HeadShort.png

15/12 Βίος Αγίου Ελευθερίου και μητρός αυτού Ανθίας

Ο Άγιος Ελευθέριος καθώς και η μητέρα αυτού Ανθία εορτάζουν στις 15 Δεκεμβρίου

Στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους
O Άγιος Ελευθέριος έζησε το 150 περίπου μ.Χ. και γεννήθηκε στην Χριστιανομάχο Ρώμη. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι και από τους ευγενείς της Ρώμης. Κατείχαν σπουδαία θέση στην Ρωμαϊκή κοινωνία. Το σπουδαιότερο όμως ήταν, ότι ήταν πιστοί κι’ ευσεβείς Χριστιανοί. Βαδίζανε στη ζωή τους με το δρόμο του Θεού και εφαρμόζανε τις εντολές Του, παρ’ όλες τις δυσκολίες που υπήρχαν την εποχή εκείνη, για να ζεί κανείς χριστιανικά.
Η Μητέρα του, Άνθια ονομαζομένη, είχε διδαχθεί την πίστη του Χρίστου, από τους μαθητές του Αποστόλου Παύλου.
Η πιστή αυτή γυναίκα, όταν γέννησε το παιδί της, το ονόμασε Ελευθέριον. Σ’ αυτό έρριξε όλο το βάρος της φροντίδας της. τον ανέθρεψε «ἕν παδεία καί νουθεσία Κυρίου», όπως δίδαξε ο Απόστολος Παύλος. Τον διαπαιδαγώγησε στην ευσέβεια και στην αρετή.

Ο πατέρας του ήτανε πλούσιος και κατείχε και σπουδαίο αξίωμα στη Ρώμη. Ήταν «ύπατος». Είχε δηλαδή αξίωμα .μεγάλο και ξακουστό για την εποχή εκείνη. Αυτός όμως έζησε πολύ λίγο, μετά την γέννηση του Ελευθερίου. Η μητέρα του τον έδωσε στον Αρχιεπίσκοπο Ρώμης, τον Ανίκητο, για να μορφωθεί κοντά του, να μάθει καλά τα της Πίστεως μας και να γίνει ένας καλός Χριστιανός και αφοσιωμένος εργάτης του Ευαγγελίου. Ο Επίσκοπος τον κατέταξε στο τάγμα των Κληρικών νωρίς και τον έκανε αναγνώστη. Τόση μάλιστα ήταν η αγιότης του, ώστε αξιώθηκε να κάνει θαύματα από αυτήν ακόμη την νεαρή του ηλικία.

Επίσκοπος Αυλώνος
Το ήθος, ο χαρακτήρας, η ευταξία, η κοσμιότης και οι άλλες αρετές, που είχε ο Άγιος, ανάγκασαν τον Επίσκοπο Ρώμης Ανίκητο να τον χειροτονήσει διάκονο, σε ηλικία μόλις δεκαεπτά ετών. Λίγο αργότερα τον χειροτόνησε δε Επίσκοπο Αυλώνος του Ιλλυρικού, της σημερινής δηλ. Αλβανίας. Η δράση του νεαρού Επισκόπου στην Ιλλυρία (Αλβανία) ήταν μεγάλη. Εργάζονταν ακούραστα, και ασταμάτητα, διά την διάδοση του Ευαγγελίου και τον άγιασμα των πιστών. Αγωνιζόταν να πάρει τους ανθρώπους από το στόμα του Σατανά και να τους βάλει στον Παράδεισο. Την εποχή εκείνη ο Αυτοκράτορας της Ρώμης κίνησε τρομερό διωγμό κατά των Χριστιανών. Ιδιαιτέρως όμως, είχε στραφεί εναντίον του νεαρού Επισκόπου του Ιλλυρικού, Ελευθερίου, διότι έμαθε την μεγάλη δράση του.

Μετανοεί και μαρτυρεί ο διώκτης του Φήλιξ
Κάποια ημέρα έστειλε ο Αυτοκράτορας τον στρατηλάτη Φήλικα, δια να τον συλλάβει. Ο στρατηλάτης περικύκλωσε με στρατό την Εκκλησία, όπου ήταν ο Άγιος και κήρυττε. Αυτός μπήκε μέσα σ’ αυτήν. Οι διαθέσεις του ήταν άγριες. Βλέποντας όμως το ιλαρό και νεανικό πρόσωπο του Επισκόπου Ελευθερίου και ακούγοντας τα μελιστάλακτα λόγια του, γοητεύθηκε τόσο πολύ, που εγκατέλειψε τα πάντα και πίστεψε στο Χριστό. Έπεσε μόνον στα πόδια του Αγίου. Δήλωσε μετάνοια και πίστη στο Χριστό. Παρεκάλεσε επίμονα τον Άγιο να τον βαπτίσει και να τον κάνει Χριστιανό. Ο Άγιος, πράγματι, τον κατήχησε και τον δίδαξε τα της Πίστεως μας. Κατόπιν τον συμβούλεψε να πάνε μαζί στη Ρώμη. Δεν ήθελε ο Άγιος να χάσει το στέφανο του μαρτυρίου. Στο δρόμο δεν έπαυσε να τον διδάσκει. Κάπου βρήκανε μια βρύση με πολύ νερό. Ο στρατηλάτης ζήτησε να βαπτισθεί. Πράγματι! Ο Άγιος που είδε τον πολύ πόθο του, τον βάπτισε. Χαρούμενοι τώρα και οι δυο προχωρούσαν για τη Ρώμη, ο Φήλιξ, διότι αξιώθηκε να αναγεννηθεί, αλλά και ο Ελευθέριος, διότι πήγαινε να πάρει το στέφανο του Μαρτυρίου.

Το φρικτό μαρτύριο του Αγίου
Ο τύραννος με γλυκά λόγια του υπόσχεται δώρα πολλά και πλούσια. -Θα σε ανεβάσω, του είπε, σε μεγάλα αξιώματα και θα σε κάνω μεγάλο και σπουδαίο, αρκεί μόνο να θυσιάσεις στους θεούς μας. -Εγώ, του απάντησε ο Άγιος, ποτέ δεν θα καταδεχθώ να προσκυνήσω τέτοιους αναίσθητους και άψυχους θεούς. Εγώ, δύστυχε, σας λυπάμαι, και σας κλαίω, διότι εσείς, ενώ έχετε λάβει από τον Θεό το λογικό, γίνατε ανόητοι, και προσκυνάτε, αντί του Θεού, του Δημιουργού του Σύμπαντος, τα αναίσθητα ξύλα και λιθάρια και τους δαίμονες, που κρύβονται πίσω από τα είδωλα αυτά. Εγώ, σου το δηλώνω καθαρά, λατρεύω τον αληθινό Θεό και προσκυνώ τον Ιησού Χριστό. Μάθε δε, ότι τις τιμές και τις δωρεές, που μου υπόσχεσαι δεν τις θέλω. Εγώ έχω αρνηθεί τα πάντα, για τον Χριστό. Ούτε και τα βάσανα και τα φρικτά μαρτύρια λογαριάζω. Τον θάνατο διά τον Χριστό μου τον θεωρώ τρυφή και αγαλλίαση. Παίδεψέ με, λοιπόν, όσο θέλεις. Δεν θα σε υπακούσω. Τότε ο αυτοκράτορας διάταξε να τον ρίξουν στο πυρακτωμένο κρεβάτι αλλά ο Θεός τον προστάτεψε και βγήκες βλαβής. Μετά έδωσε εντολή να τον ψήσουν σε σχάρα, αλλά ο Θεός έκανε πάλι το θαύμα του και τον διέσωσε. Τότε με μανία διέταξε να βάλουν λίπος, κερί και πίσσα σ' ένα καζάνι να τα βράσουν και να βάλουν τον μάρτυρα. Κάνει τον Σταυρό του και λέγει:
-Κύριε Ιησού Χριστέ, βοήθει μοι.
Πέφτει πρόθυμα στην πίσσα και πάλι ο Θεός τον φύλαξε και βγήκε σώος και αβλαβής. Ο Λαός βλέπει και αυτό το θαύμα και ενθουσιάζεται. Ξεσπά σε αλαλαγμούς.
Ξεσπούν σε ουρανομήκης ζητωκραυγές. Πολλοί πιστεύουν και διακηρύττουν θαρραλέα:
-Είμεθα και μείς Χριστιανοί. Πιστεύουμε στο Χριστό, το Θεό του Ελευθερίου.

Ο Έπαρχος Κορέμων
Παρουσιάζεται ο Έπαρχος της πόλεως, ονομαζόμενος Κορέμων. Προσφέρθηκε, λοιπόν, «ευγενώς» να του υποδείξει βέβαιον τρόπον μαρτυρικού θανάτου του Ελευθερίου. Διέταξε και φέρανε εκεί μπροστά ένα χάλκινο κλίβανο. Από μέσα ο κλίβανος είχε κολλημένα μυτερά καρφιά. Ανάψανε από κάτω πολλή φωτιά, για να πυρακτωθεί και να ρίξουν εκεί μέσα τον Άγιο. Ο Άγιος Ελευθέριος προσευχόταν στον Κύριο να φωτίσει τους διώκτες του και να σώσει τις ψυχές των.

Μετανοεί ο διώκτης Κορέμων
Ο Χριστός άκουσε την προσευχή του Μάρτυρος και αμέσως φώτισε τον Κορέμονα. Άλλαξε αυτοστιγμεί και σαν να μη ήταν αυτός που ετοίμαζε τον κλίβανο να κάψει τον Μάρτυρα. Όταν τα άκουσε αυτά ο τύραννος, θύμωσε και αγρίεψε. Διατάσσει, λοιπόν, να ρίξουν τον Κορέμονα μέσα στον ετοιμασμένο και πυρακτωμένο κλίβανο, που τον είχε ο ίδιος ετοιμάσει. Τότε ο Θεός τον προστάτεψε και έμεινε αβλαβής. Ο Αυτοκράτωρ διέταξε και αποκεφαλίσουν τον Μάρτυρα Κορέμονα. Εκκλησία μας τον εορτάζει την ίδια μέρα με τον Άγιο Ελευθέριο στης 15 Δεκεμβρίου.

Ο Άγιος Ελευθέριος στον πυρακτωμένο κλίβανο
Κατόπιν αυτού διέταξε ο τύραννος και πετάξανε μέσα στον αναμμένο κλίβανο τον Άγιο Ελευθέριο. Αλλά νέο θαύμα καταπληκτικότερο έγινε τώρα. Η φωτιά έσβησε αμέσως και τα μυτερά σίδερα λύγισαν προς τα πίσω, λες και ήτανε από κερί. Σεβάστηκαν τον Μάρτυρα. Δεν τον πλήγωσαν καθόλου. Τότε πολλοί, που βλέπανε τα πρωτοφανή αυτά θαύματα, χωρίς να υπολογίζουν τον τύραννο, φώναζαν δυνατά:
-Μέγας είναι ο Θεός των Χριστιανών!

Πίσω από το άρμα
Σκέφθηκε και βρήκε άλλον τρόπο εξοντώσεως του Αγίου. Τότε διέταξε να δέσουν σε ένα αμάξι άγρια άλογα και πίσω τους να δέσουν τον Άγιο Ελευθέριο, όπερ και εγένετο. Και όμως ούτε μ’ αυτό κατόρθωσε ο αιμοδιψής εκείνος Αυτοκράτορας να κάνει τίποτε στον Άγιο. Διότι ο Θεός επενέβει και τον προστάτεψε και εδώ θαυματουργικός. Άγγελος Κυρίου ήλθε και ημέρεψε τα άγρια άλογα. Έλυσε κατόπιν από τα δεσμά τον Μάρτυρα και τον έβαλε να καθίσει επάνω στο αμάξι, τα δε ήμερα πια άλογα τον πήγαν ήσυχα στο κοντινό βουνό. Εκεί στο βουνό έγινε και άλλο θαύμα καταπληκτικό. Καθώς ο Ιεράρχης διάβαζε την Ακολουθία και δοξολογούσε τον Κύριο, μαζεύονταν ημερωμένα οι αρκούδες, τα λιοντάρια και άλλα άγρια θηρία του δάσους. Περικυκλώνανε τον Άγιο, σκιρτούσαν από τη χαρά τους και σκύβανε τα κεφάλια τους στη γη από σεβασμό. Σε λίγο καιρό πήγανε στρατιώτες να τον συλλάβουν. Τα θηρία όμως, μόλις είδαν τους στρατιώτες ορμήσανε με μανία κατ’ επάνω τους να τους κατασπαράξουν με τα δόντια και τα νύχια τους. Ο Άγιος όμως τα διέταξε να μη πειράξουν κανένα, αλλά να πάνε στις φωλιές τους. Πράγματι εκείνα υπάκουσαν σαν να ήταν σκυλάκια ήμερα και φύγανε. Τότε γύρισε στους στρατιώτες και τους είπε:
-Γιατί ήλθατε εδώ με όπλα και ξίφη να με κυνηγήσετε σαν να ήμουνα κανένας φονιάς ή ληστής; Δεν υπήρχε λόγος. Εμπρός να πάμε, όπου θέλετε.
Κατόπιν τους ακολούθησε πρόθυμα. Σ’ όλο δε το δρόμο τους δίδασκε να πάρουν παράδειγμα από τα άγρια θηρία, που είδανε και να πιστέψουν στο Δημιουργό τού παντός, για να μη κολασθούν αλλά να ζήσουν κοντά στο Θεό ζωή αιώνια και ευτυχισμένη. από εκείνη την διδασκαλία του, πολλοί από αυτούς πιστέψανε εις τον Χριστό.

Τον ρίχνουν στα λιοντάρια
Όταν φθάσανε στη Ρώμη έδωσε διαταγή και απολύσανε, κατά τού Αγίου μια πολύ άγρια και πεινασμένη λέαινα. Μόλις πλησίασε, σταμάτησε. Έσκυψε το κεφάλι και έγλυψε τα αχνάρια από τα πόδια του Αγίου. Έκαμε μάλιστα και μερικά σημεία, που έδειχναν, ότι σεβότανε τον Μάρτυρα.
Τότε λέει ο αυτοκράτορας:
-Δεν τον έφαγε, έλεγε, διότι ήτανε λέαινα και δεν είχε τόση δύναμη. Αν ήτανε λιοντάρι θα τον έτρωγε. Απολύσατε τώρα λιοντάρι αρσενικό και δεν θα αφήσει τίποτε από αυτόν. Διέταξε, λοιπόν, και εξαπολύσανε ένα λιοντάρι.
Αλλά και αυτό φάνηκε ημερότερα στον Άγιο, από την λέαινα. Αγκάλιασε και φιλούσε τα πόδια του Μάρτυρος. Χαιρότανε, έσειε την ουρά του, χοροπηδούσε και του έδειχνε και αυτός αγάπη προς αυτόν. Το πλήθος, που τα παρακολουθούσε, είχε ενθουσιασθεί από αυτά τα θαυμάσια, που έβλεπε και φώναζε δυνατά:
-Μέγας είναι ο θεός των Χριστιανών...

Αποκεφαλίζεται
Βλέποντας ο τύραννος, ότι ο Ιεράρχης υπερπηδούσε όλα τα βασανιστήρια, απελπίστηκε τελείως. Τότε καταντροπιασμένος πια έδωσε διαταγή και του έκοψαν το κεφάλι δύο στρατιώτες με το ξίφος τους. Σε όλα αυτά τα φρικτά μαρτύρια ο Άγιος Ελευθέριος ριχνότανε πρόθυμα. Είχε λάβει την ηρωική απόφαση να θυσιαστεί για την Πίστη του Χριστού. Ο Θεός, όμως τον διαφύλαττε από όλα αυτά, διότι ήθελε να δουν τα πλήθη την προστασία, την δύναμη και την παρουσία του Θεού, και έτσι να πιστέψουν. Καθώς και επίστεψαν πολλοί εις τον Χριστό. Η μητέρα όμως του Αγίου Ελευθερίου, η Άνθια, παρακολουθούσε τα μαρτύρια του γιου της μέχρι τέλους, με πόνο και χαρά. Πονούσε, διότι ήταν σπλάχνο της. Χαιρόταν, όμως, διότι με αυτά εξασφάλιζε τον Παράδεισο. Μόλις, λοιπόν, τον αποκεφάλισαν, αγκάλιασε το Άγιο Λείψανο και το καταφιλούσε. Οι άγριοι όμως στρατιώτες της έκοψαν και αυτής το κεφάλι. Τοιουτοτρόπως, πήρε και αυτή τον στέφανο του μαρτυρίου. Τότε στη Ρώμη βρέθηκαν και πολλοί πιστοί από την Αυλώνα, από την έδρα της Επισκοπής τού Μάρτυρος Ελευθερίου. Είχαν έλθει να παρακολουθήσουν τον Επίσκοπο τους. Αυτοί, λοιπόν, πήραν τα δύο Άγια Λείψανα, τα άλειψαν με μύρα και τα τίμησαν όπως έπρεπε. Κατόπιν τα ενταφίασαν με ευλάβεια. Η Εκκλησία μας εορτάζει την μνήμη του Αγίου Ελευθερίου την 15ην Δεκεμβρίου μαζί με την μνήμην της μητέρας του Ανθίας, η οποία μαρτύρησε κι αυτή. την 15ην Δεκεμβρίου εορτάζεται και ο Άγιος Κορέμων, όπως είπαμε.

Στίχος στον Άγιο Ελευθέριο
Ἐλευθέριος, ὡς ἀδουλόνους φύσει, σπάθας θεωρῶν, οὐκ ἐδουλοῦτο πλάνῃ. Δῖον Ἐλευθέριον δεκάτῃ πέφνε φάσγανα πέμπτῃ.

Στίχος στην Αγία Ανθία
Δίδωσι μήτηρ νεκρικὸν κόσμον τέκνῳ, αὐτὴ ἑαυτὴν συγκεκομμένην σπάθαις.

Απολυτίκιον Ήχος πλ. α΄. Τον συνάναρχον Λόγον
Ἱερέων ποδήρη κατακοσμούμενος καί αἱμάτων τοῖς ρείθροις ἐπισταζόμενος, τῷ Δεσπότη σου Χριστῷ, μάκαρ, ἀνέδραμες, Ἐλευθέριε σοφέ, καθαιρέτα τοῦ Σατᾶν. Διό μή παύση πρεσβεύων ὑπέρ τῶν πίστει τιμώντων τήν μακαρίαν σου ἄθλησιν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ΄.
Καὶ τρόπων μέτοχος, καὶ θρόνων διάδοχος, τῶν Ἀποστόλων γενόμενος, τὴν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν· διὰ τοῦτο τὸν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν, καὶ τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος, Ἱερομάρτυς Ἐλευθέριε· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον Ήχος β΄.
Ὡς καλλονήν τῶν Ἱερέων, Ὅσιε, καί προτροπήν τῶν ἀθλοφόρων ἅπαντες, εὐφημοῦμεν καί αἰτοῦμεν σέ, Ἱερομάρτυς Ἐλευθέριε. Τούς πόθω σου τήν μνήμην ἑορτάζοντας, κινδύνων πολυτρόπων ἐλευθέρωσον, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπέρ πάντων ἠμῶν.

Κάθισμα Ἦχος α΄. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ
Ἐλεύθερον τὸν νοῦν, ἐκ παθῶν κεκτημένος, ἐγένου τοῦ Θεοῦ, γνησιώτατος δοῦλος, καὶ πλάνης ἠλευθέρωσας, τοὺς καλῶς σοι ποθήσαντας, ἐναθλήσας δέ, ὡς ἱερεύς τε καὶ Μάρτυς, Ἐλευθέριε, διπλοῦν ἐδέξω τὸ στέφος, πρεσβεύων σωθῆναι ἡμᾶς.

Ὁ Οἶκος
Ἔπιδε εὔσπλαγχνε Ζωοδότα, ὡς φιλάνθρωπος μόνος καὶ οἰκτίρμων Θεός, τὴν τῆς ψυχῆς μου σκοτόμαιναν, καὶ πανσθενεῖ δεξιᾷ σου Λόγε, τῶν παθῶν ἐλευθέρωσον τῆς αἰσχύνης, ὅπως τὸν σὸν Ἱεράρχην ὑμνήσω Ἐλευθέριον· αὐτὸς γὰρ ὄντως ἐκ μήτρας ἐγνωρίσθη σοι, καὶ καθηγίασται, καὶ ἀνετέθη σοι, ὡς Σαμουήλ, ἀπὸ μητρὸς ἱερᾶς σοι τῷ Κτίσαντι, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον
Τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐν Χριστῷ τοῖς δεδουλωμένοις, χρηματίσας μυσταγωγός, κληρονόμος ὤφθης, Σιῶν τῆς ἐλευθέρας ἀθλήσας, Ἐλευθέριε, ὡς ἀσώματος.

www.xristianos.gr

28/7 Ο συγκλονιστικός Βίος της οσ. Ειρήνης Χρυσοβαλάντου

Η οσία Ειρήνη από την Καππαδοκία, που ασκήτευσε στη Μονή του Χρυσοβαλάντου ( 28 Ιουλίου)

Η οσία Ειρήνη ζούσε στην Καππαδοκία στους κόλπους πλούσιας και ευγενούς οικογένειας, μετά τον θάνατο του εικονομάχου αυτοκράτορα Θεοφίλου (842). Όταν η Θεοδώρα ανέλαβε την αντιβασιλεία, αναζήτησε σε όλη την Αυτοκρατορία σύζυγο για τον γιο της, τον αυτοκράτορα Μι­χαήλ Γ’ (842-867). Οι απεσταλμένοι της αυλής πρόσεξαν την ομορφιά και ευγένεια των ηθών της Ειρήνης και την έστειλαν στην Κωνσταντι­νούπολη μαζί με την αδελφή της, η οποία παντρεύτηκε αργότερα τον καίσαρα Βάρδα, αδελφό της Θεοδώρας. Στο δρόμο τους πέρασαν κοντά από το όρος Όλυμπος της Βιθυνίας και η Ειρήνη επισκέφθηκε τον άγιο Ιωαννίκιο τον Μέγα [+ 4 Νοεμ.], ο οποίος την χαιρέτησε προλέγοντας ότι θα γινόταν ηγουμένη της Μονής Χρυσοβαλάντου.

Η θεία Πρόνοια εμπό­δισε το γάμο της με τον αυτοκράτορα και, με την καρδιά της ξαλαφρωμένη και γεμάτη χαρά, μοίρασε τα υπάρχοντά της και αποσύρθηκε στην Μονή Χρυσοβαλάντου, την οποία είχε ιδρύσει ο πατρίκιος Νικήτας (Νικόλαος), κοντά στην στέρνα του Άσπαρ, σε τόπο ευάερο, μακριά από τις πλατείες και τα θορυβώδη μέρη. Στη μοναχική κουρά της, η μακαρία μαζί με τις τρίχες της κεφαλής έκοψε και κάθε δεσμό που την κρατούσε στον κόσμο και δόθηκε με ζήλο στους ασκητικούς αγώνες γνω­ρίζοντας ότι στο μέτρο που εξασθενίζει το σώμα, ο έσω άνθρωπος ανα­καινίζεται και πλησιάζει το Θεό (Β΄ Κορ. 4. 16).

Έχοντας μόνο έναν χιτώνα που άλλαζε μία φορά τον χρόνο, τρεφόμενη με νερό και ψωμί, υποτασσόταν πρόθυμα και με χαρά σε ό,τι της όριζαν, αγνοώντας τις αντιρρήσεις και τους γογγυσμούς. Η διαρκής κατάνυξη χαροποιούσε την καρδιά της και έκανε το πρόσωπό της να λάμπει και σαν γόνιμη γη έφερε τους πλούσιους καρπούς των αγίων αρετών. Έβλεπε όλες τις αδελφές της σαν βασίλισσες και θεωρούσε τον εαυτό της ως θεραπαινίδα τους, προσφερόμενη στις πιο ευτελείς εργασίες για να τις διακονεί. Από το στόμα της έβγαιναν μόνον λόγια των Γραφών ή των αγίων Πατέρων, τους οποίους μελετούσε αδιάκοπα. Ενώ ήταν λιγότερο από έναν χρόνο στο μοναστήρι, έχοντας διαβάσει με θαυμασμό το Βίο του αγίου Αρσε­νίου [+ 8 Μαΐου], ο οποίος προσευχόταν από τη δύση του ηλίου έως την αυγή, προσπάθησε να τον μιμηθεί.

Και με την βοήθεια της θείας χάριτος κατάφερε σιγά-σιγά να στέκει όρθια, με υψωμένα τα χέρια σε προσ­ευχή, όλη την ημέρα και όλη την νύκτα. Αγωνιζόταν με τέτοια σοφία να δουλαγωγήσει το σώμα στην ανάταση της ψυχής της προς τον Θεό, ώστε καμιά μηχάνευση του δαίμονα δεν μπορούσε να την πλήξει. Όταν εκείνος της υπέβαλλε μνήμες από την δόξα και την ευμάρεια της ζωής που είχε εγκαταλείψει, πήγαινε να εξομολογηθεί τους λογισμούς της στην ηγουμένη της, διπλασίαζε την άσκησή της και αμέσως ελευθερωνόταν από τις αναμνήσεις αυτές.

Μετά το θάνατο της ηγουμένης, υποδείχθηκε παρά την θέλησή της ως διάδοχός της και χειροτονήθηκε από τον πατριάρχη άγιο Μεθόδιο [+ 14 Ιουν.]. Ενθυμούμενη την προφητεία του αγίου Ιωαννικίου και λογίζοντας ως καθήκον της να μην αναζητεί τα αρεστά στην ίδια αλλά τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζειν (Ρωμ. 15, 1), έζησε έκτοτε ως άγγελος επίγειος, επιμηκύνοντας τις νηστείες της, προσευχόμενη όλη τη νύκτα και κάνοντας αμέτρητες μετάνοιες. Με τα μέσα αυτά προσείλκυσε την χάριν του Θεού και έλαβε τόση σοφία, ώστε να δύναται να οδηγεί πλήθος ψυχών στην οδό της Σωτηρίας. Ζητούσε από τις αδελφές να μην την θεωρούν ως ανώτερή τους, αλλά ως μία συμμονάστριά τους που είχε ορισθεί να τις υπηρετεί.

Με γλυκύτητα και υπομονή τις παραι­νούσε να πολιτεύονται στα πάντα κατά το πνεύμα του Ευαγγελίου, απο­τάσσοντας τα μάταια θέλγητρα της δόξας και της εκτίμησης των ανθρώ­πων. Αν δεν ήθελαν η αποταγή τους να είναι επιφανειακή, όφειλαν να φροντίζουν να διατηρούν όχι μόνο την αγνεία τους, αλλά και την πραό­τητα, αρετές υπεράνω της φύσης που χαρίζονται από τον Χριστό σε όσους προσεύχονται με πίστη. Ό,τι κι αν κατακτούσαν, συμβούλευε τις μαθήτριές της να το θεωρούν ως δώρο του Θεού και να τελούν αδιαλείπτως σε κατάνυξη αναπέμποντας ευχαριστίες. Απαγόρευε εξάλλου σ’ αυτές να προσεύχονται για την υγεία τους, λέγοντας ότι τίποτε δεν είναι λυσιτελέστερο για την ψυχή από την ασθένεια που γίνεται δεκτή με ευγνω­μοσύνη.

Έχοντας λάβει από άγγελο Κυρίου το προορατικό χάρισμα, η οσία ήταν σαν προφήτις του Θεού στην μονή της. Αφού αναπαυόταν για λίγο μετά την Ακολουθία του Όρθρου, καλούσε τις αδελφές και μία-μία, με τέχνη και διάκριση, τις βοηθούσε να εμφανίζονται αγνές και ανυπόκριτες ενώπιον του Θεού, αποκαλύπτοντάς τους τούς πιο κρυφούς λογισμούς τους. Γρήγορα κατέστη περιώνυμη σε όλη την Βασιλεύουσα για τις αρετές και τη σοφία με την οποία καθοδηγούσε την αδελφότητά της, ώστε κάθε είδους άνθρωποι, πλούσιοι και πτωχοί, μικροί και τρανοί, προσ­έρχονταν κοντά της για να λάβουν τις συμβουλές της και να εναποθέσουν την ελπίδα τους στις προσευχές της. Σε όλους δίδασκε την ωφέ­λεια της μετανοίας, που σε κάθε στιγμή μπορεί να καταστήσει το Θεό ευμενή έναντι ημών.

Με την στήριξη της θείας χάριτος πρόκοβε ασταμάτητα στην άσκηση και την καθαρά προσευχή. Κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, μέχρι το Πάσχα, δεν έτρωγε ψωμί, αλλά λίγα μόνα λαχανικά, μία φορά την εβδομάδα. Η ολονύκτια αγρυπνία τής είχε γίνει τόσο φυσική όσο ο ύπνος στους άλλους ανθρώπους, και περνούσε τις νύκτες της με τα χέρια υψω­μένα προς τον ουρανό, βυθισμένη σε άγιες θεωρίες. Ενίοτε έμενε στην στάση αυτή δύο ημέρες συνέχεια, ακόμη και μία ολόκληρη εβδομάδα, σε σημείο που οι μαθήτριές της χρειαζόταν στο τέλος να την βοηθήσουν να κατεβάσει τα μουδιασμένα χέρια της.

Μία νύκτα, μια μοναχή κοιτάζον­τας στην αυλή είδε την οσία Ειρήνη να προσεύχεται ανυψωμένη θαυματουργικά από το έδαφος, ενώ τα δύο πελώρια κυπαρίσσια που ορθώ­νονταν στην αυλή του μοναστηριού είχαν λυγίσει τις κορφές τους μέχρι το έδαφος· επανήλθαν δε στην θέση τους μόνο όταν σφραγίστηκαν από την οσία με το σημείο του Σταυρού. Αυτή η νυκτερινή προσευχή ήταν φοβερή για τους δαίμονες, οι οποίοι διπλασίαζαν τις επιθέσεις τους μέσα στη νύκτα.

Μία φορά ένας από αυτούς έριξε πάνω της το αναμμένο φι­τίλι μιας κανδήλας. Τα ρούχα της Ειρήνης πήραν αμέσως φωτιά. Παρέμεινε ωστόσο ατάραχη και θα είχε καεί ολόκληρη αν μία μοναχή που ξύπνησε από τη μυρωδιά της σάρκας και των ρούχων που καίγονταν δεν έμπαινε στο κελλί της ηγουμένης παραβιάζοντας την πόρτα. Μέσα στους πυκνούς καπνούς είδε την οσία στις φλόγες όρθια και απαθή να προσεύχεται. Καθώς την έσπρωξε προσπαθώντας να σβήσει τις φλόγες, η Ειρήνη χαμήλωσε τα χέρια της και της είπε επιτιμητικά: «Γιατί μου στέρησες μια τόσο μεγάλη απόλαυση με την απότομη αυτή παρέμβασή σου; Ένας άγγελος στεκόταν μπροστά μου πλέκοντάς μου ένα στεφάνι από άφθαρτα άνθη, τέτοια που δεν έχει δει ανθρώπου μάτι και ήταν έτοι­μος να με πάρει από δω, όταν εσύ τον έδιωξες». Κι όταν η μαθήτρια της ξεκόλλησε τα ράκη του υφάσματος από τη σάρκα της, θεσπέσια ευω­δία γέμισε το μοναστήρι.

Μιαν άλλη φορά ένας ναυτικός που ήλθε από την Πάτμο παρουσιάστηκε στο μοναστήρι και έδωσε στην οσία τρία υπέροχα μήλα, τα οποία ο άγιος Απόστολος Ιωάννης του είχε αναθέσει να της παραδώσει. Το πρώτο μήλο στάθηκε αρκετό να την τρέφει για σαράντα ημέρες, κατά τις οποίες το στόμα της ανέδιδε μία υπερκόσμια ευωδία· μοίρασε το δεύ­τερο στην αδελφότητα την Μεγάλη Πέμπτη και κράτησε το τρίτο ως ακριβό φυλαχτό, αρραβώνα των άφθαρτων αγαθών του Παραδείσου.

Χάρις στο προφητικό χάρισμα, η αοίδιμος Ειρήνη επιτέλεσε πλήθος άλλων θαυμάτων και προέβλεψε συγκεκριμένα τη δολοφονία του Βάρδα, την οποία ακολούθησε λίγο αργότερα εκείνη του Μιχαήλ Γ’ (867), καθώς και την ανάληψη της εξουσίας από το Βασίλειο Α’ το Μακεδόνα. Με την βοήθεια του αγίου Βασιλείου του Μεγάλου και της αγίας Αναστα­σίας της Φαρμακολυτρίας θεράπευσε δαιμονισμένους και έσωσε έναν συγ­γενή της, τον οποίο ο αυτοκράτορας είχε κατά νου να εκτελέσει ως προ­δότη, εμφανιζόμενη στον ηγεμόνα, απαστράπτουσα και πλήρης δόξης. Ο αυτοκράτορας Βασίλειος αναγνώρισε το σφάλμα του, ζήτησε συγγνώμη και έκτοτε έδειξε την ευμένειά του απέναντι στο μοναστήρι.

Η οσία Ειρήνη έφθασε σε ηλικία εκατόν τριών ετών, διατηρώντας όλη την δροσιά και την φυσική ομορφιά της, σημάδι του κάλλους της ψυχής της. Ο Φύλακας Άγγελός της την προειδοποίησε ένα έτος πριν για τον χρόνο της τελευτής της και όταν έφθασε η ημέρα συγκέντρωσε τις αδελ­φές της, όρισε την ηγουμένη που είχε επιλέξει ο Θεός και αφού τις προέτρεψε να περιφρονούν ό,τι είναι πρόσκαιρο ώστε να ζουν τον αγαπημένο Νυμφίο τους, έκλεισε γαλήνια τα μάτια της και παρέδωσε την ψυχή της εις χείρας Θεού. Ενταφιάσθηκε στο παρεκκλήσιο του αγίου μάρτυρος Θεο­δώρου και ο τάφος της ανέδιδε διαρκώς μία ουράνια ευωδία, φανερώνον­τας σε όλους την παρρησία που είχε αποκτήσει παρά τω Θεώ, ενώ μέ­χρι τις ημέρες μας η οσία Ειρήνη δεν παύει να μεσιτεύει υπέρ εκείνων που την επικαλούνται με πίστη

 

(Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας-Ιούλιος, εκδ. Ίνδικτος, σ. 318-321)

Άγιος Εφραίμ

Τῇ 3ῃ τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου μνήμη τῆς εὑρέσεως τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τοῦ Ἁγίου Ἐφραὶμ τοῦ ἐν τῷ ὄρει τῶν Ἀμώμων Νέας Μάκρης

Ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ, κατὰ κόσμο Κωνσταντῖνος Μόρφης, γεννήθηκε στὰ Τρίκαλα στὶς 14 Σεπτεμβρίου 1384 μ.Χ. σὲ εἰδυλλιακὴ τοποθεσία, κοντὰ στὸν Ληθαῖο ποταμό. Ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα σὲ μικρὴ ἡλικία μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα ἑφτὰ ἀδέλφια του, τὴ δὲ φροντίδα τους, μετὰ τὸν Θεό, ἀνέλαβε ἡ εὐσεβὴς μητέρα του. Σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὸν ἐξισλαμισμὸ καὶ τὰ γενιτσαρικὰ σώματα, εἰσῆλθε στὴν ἀκμάζουσα τότε σταυροπηγιακὴ Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ ὅρους τῶν Ἀμώμων (Καθαρῶν) τῆς Ἀττικῆς.

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ ἀκολούθησε μὲ ἔνθεο ζῆλο τὸν Χριστό, καὶ διέπρεψε μὲ τὴν λαμπρότητα τῆς ζωῆς του καὶ τοὺς πόνους τῆς ἀθλήσεώς του στὸ ὀρὸς τῶν Ἀμώμων Ἀττικῆς (Περιοχὴ Νέας Μάκρης). Ἀξιώθηκε ἀκόμα νὰ λάβει τὸ μέγα Μυστήριο τῆς Ἱεροσύνης καὶ τὸ χάρισμα νὰ ὑπηρετεῖ τὸ ἅγιο θυσιαστήριο, σὰν ἄγγελος Θεοῦ, μὲ φόβο Θεοῦ καὶ πολλὴ κατάνυξη.

Τὸ 1416 μ.Χ. οἱ Τοῦρκοι εἰσέβαλαν καὶ λεηλάτησαν τὴν Ἀττικὴ καὶ ἀνάγκασαν τὸ Δούκα τῶν Ἀθηνῶν νὰ δηλώσει ὑποταγὴ στὸ Σουλτάνο. Τὸ 1424 μ.Χ. οἱ Τοῦρκοι εἰσέβαλαν βιαίως στὴ Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καὶ ἔσφαξαν ὅλους τούς Πατέρες τῆς Μονῆς. Ὁ Ἅγιος ἀπουσίαζε στὴ σπηλιὰ του πάνω στὸ βουνὸ γιὰ προσευχὴ καὶ μόλις ἐπέστρεψε ἀντίκρισε ἔντρομος τὰ πτώματα τῶν Πατέρων. Ἀφοῦ τοὺς ἔθαψε, ἀκολούθως θρήνησε γοερῶς.

Τὸν ἑπόμενο χρόνο, τὴν 14η Σεπτεμβρίου 1425 μ.Χ., ἐπανῆλθαν οἱ βάρβαροι καὶ…
βρῆκαν τὸν Ἅγιο. Τὸν συνέλαβαν καὶ ἄρχισαν τὰ μαρτύρια του, ποὺ τελείωσαν στὶς 5 Μαΐου 1426 μ.Χ. ἡμέρα Τρίτη καὶ ὥρα 9 τὸ πρωί. Τὸν κρέμασαν ἀνάποδα σ’ ἕνα δένδρο, ποὺ σώζεται ἀκόμα, τὸν κάρφωσαν στὰ πόδια καὶ τὸ κεφάλι, καὶ τέλος τὸ καταπληγωμένο καὶ μαρτυρικὸ σῶμα του τὸ διαπέρασαν μὲ ἀναμμένο ξύλο καὶ ἔτσι παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν στεφανοδότη Χριστό.

Μετὰ ἀπὸ μισῆ χιλιετία εὐδόκησε ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς καὶ φανερώθηκαν, ὕστερα ἀπὸ πολλὲς ἐμφανίσεις τοῦ ἰδίου τοῦ Ἁγίου Ἐφραὶμ καὶ πολλῶν ἄλλων θαυμαστῶν γεγονότων, ὅλα ὅσα σήμερα γνωρίζουμε, τὰ ὁποῖα ἐπιβεβαιώθηκαν μὲ τὴν εὕρεση τῶν μαρτυρικῶν καὶ χαριτόβρυτων λειψάνων τοῦ Ἁγίου στὶς 3 Ἰανουαρίου 1950 μ.Χ.

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ γιορτάζεται δύο φορὲς τὸ χρόνο, στίς 3 Ἰανουαρίου ἡ εὕρεση τῶν τιμίων λειψάνων του, καὶ στις 5 Μαΐου τό μαρτυρικό του τέλος.

Διηγεῖται ἡ μοναχὴ Μακαρία…

-» Καθισμένη πάνω στὰ ἐρείπια τοῦ παλιοῦ Μοναστηριοῦ, ὅπου ἡ θεία Πρόνοια ὁδήγησε τὰ βήματά μου, ἔφερνα τὸν στοχασμό μου σὲ χρόνια περασμένα, σὲ παλιοὺς καιρούς, ὅταν σκορπισμένα ἦταν παντοῦ τὰ κόκκαλα τῶν Ἁγίων μαρτύρων …Καὶ καθὼς καταγινόμουν στὸ καθάρισμα τῶν χαλασμάτων, ἀναλογιζόμουνα ὅτι βρισκόμουνα σὲ τόπο ἱερὸ καὶ ἔλεγα,

-Θεέ μου, ἀξίωσέ με τὴν ἀνάξια, νὰ ἰδῶ κι΄ ἐγὼ ἕναν ἀπὸ τοὺς παλιοὺς πατέρες πού ἐδῶ ἔζησαν…

Καὶ ἐνῶ περνοῦσε ὁ καιρὸς ἔχοντας πάντα ἐσωτερικὰ τὴν ἴδια ἐπιθυμία, ἐνοιωθα μιὰ φωνὴ μέσα μου νὰ μοῦ λέει,

-«Σκάψε, καὶ ἐκεῖνο πού ζητᾶς θὰ τὸ βρεῖς!

Καὶ μ΄ ἕναν τρόπο θαυμαστό, ἡ μυστικὴ αὐτὴ φωνή, μοῦ ὑπέδειξε τὸ κομμάτι γῆς στὴν αὐλὴ τοῦ μοναστηριοῦ, πού ἔπρεπε νὰ ψάξω.

Ὁ καιρὸς περνοῦσε, καὶ ἡ φωνὴ αὐτή, κάθε φορᾶ πιὸ δυνατὴ μὲ προέτρεπε ν΄ ἀρχίσω…

Ἔδειξα τὸ σημεῖο στὸν ἐργάτη πού φώναξα γιὰ μιὰ ἄλλη ἐπισκευή, στὸ παλιὸ Ἡγουμενεῖο, καὶ τοῦ εἶπα νὰ σκάψει. Αὐτός, ἀπρόθυμος ἄρχισε ἀλλοῦ τὸ σκάψιμο. Καὶ ἀφοῦ εἶδα ὅτι δὲν μὲ ἄκουγε νὰ πάει ἐκεῖ πού τοῦ ἔδειχνα, τὸν ἄφησα νὰ κάνει τὸ θέλημά του χτυπώντας τοὺς ἄγονους βράχους. Τελικά, κατάλαβε τὸ λάθος του καὶ γύρισε στὸ σημεῖο…

«…καὶ φθάνοντας, ἔπειτα ἀπὸ ὧρες, στὸ 1,70 βάθος, ἔφερε ὁ κασμὰς στὴν ἐπιφάνεια τὴν κεφαλὴ τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ. Τὴν ἴδια στιγμή, γέμισε ἄρωμα ἡ ἀτμόσφαιρα!

Ὁ ἐργάτης χλώμιασε, δέθηκε ἡ γλώσα του, καὶ κόπηκε ἡ μιλιά του

-Ἄφησέ με μόνη, τὸν παρακάλεσα…

Γονάτισα μὲ εὐλάβεια καὶ ἀσπάσθηκα τὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου συλλογιζόμενη τὴν ἔκταση ὀδύνης καὶ πόνου τοῦ τότε μαρτυρίου του…»

Καὶ ἀλλοῦ, ἡ μοναχὴ Μακαρία Δεσύπρη, ἐξιστορεῖ πῶς εἶδε ὁλοζώντανο τὸν Ἅγιο…

-«Ἦταν βράδυ, καὶ διάβαζα μόνη μου τὸν Ἑσπερινὸ στὸ ἐρειπωμένο μοναστήρι, ὅταν ξαφνικὰ ἄκουσα βήματα… Ξεκινοῦσαν ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ τάφου προχώρησαν στὴν αὐλὴ κι΄ ἔφθασαν στὴν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ βήματα ἀκούγονταν δυνατὰ καὶ σταθερὰ καθὼς πλησίαζαν. Γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ζωή μου μέσα σ΄ ἐκείνη τὴν ἐρημιὰ φοβήθηκα… Δὲν γύρισα οὔτε πού νὰ κοιτάξω ὥσπου ἄκουσα τὴν φωνή του νὰ λέει,

-» Ὡς πότε θὰ μ΄ ἔχεις ἐκεῖ πέρα; Κι΄αὐτὸς (ὁ ἐργάτης), πῶς πέταξε τὸ κεφάλι μου ἔτσι;

Γύρισα τότε τρομαγμένη καὶ τὸν εἶδα !

Ἦταν ψηλός, μὲ μάτια μικρὰ στρογγυλὰ πού τρεμόπαιζαν στὶς κόγχες τους. Ἔβλεπα τὶς ρυτίδες του, καὶ τὰ γένια του πού ἔφθαναν μέχρι τὸν λαιμό του. Τὸ μαῦρο ράσο του μαῦρο μὲ πτυχώσεις, καὶ στὸ ἀριστερό του χέρι κρατοῦσε ἕνα φῶς ὑπέρλαμπρο ἐνῶ μὲ τὸ δεξὶ εὐλογοῦσε !…

Ἦταν ἕνα πλάσμα, 500 ἐτῶν, καὶ βρισκόταν μὲ τὴν δύναμι τοῦ Χριστοῦ ὁλοζώντανο, ἀκριβῶς δίπλα μου!!

-Συγχώρεσέ με, τοῦ εἶπα, καὶ αὔριο μόλις ξημερώσει ὁ Θεὸς τὴν ἡμέρα του, θὰ σὲ φροντίσω…

Καὶ ἀμέσως ἔγινε ἄφαντος !

Συνέχισα εἰρηνικὰ τὸν Ἑσπερινό μου, καὶ τὸ πρωϊ καθάρισα τὰ ἅγια λείψανα, τὰ ἔπλυνα, καὶ ἄναψα ἕνα μικρὸ καντηλάκι.

Τὸ ἴδιο βράδυ εἶδα τὸν Ἅγιο στὸν ὕπνο μου. Στεκόταν ὄρθιος καὶ κατάφωτος μέσα στὴν Ἐκκλησία. Κρατοῦσε τὴν εἰκόνα του στὰ χέρια του καὶ μὲ κοίταζε…

Ἄκουσα τὴν φωνὴ του πεντακάθαρα…

-«Σ΄ εὐχαριστῶ πολύ, μοῦ εἶπε. Ὀνομάζομαι Ἐφραὶμ …»

Πέρασε ἀρκετὸς καιρὸς ἀπ΄ αὐτὸ τὸ περιστατικὸ καὶ πάντα μέσα μου εἶχα μιὰ ἀπορία…

Ὥσπου μιὰ μέρα, μετὰ τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, καθὼς μὲ τὸ χέρι μου ἔκλεινα τὴν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας, ἀκούω τρία χτυπήματα, σὰν ἀπὸ κεχριμπαρένιο κομπολόϊ. Κατάλαβα ὅτι ἦταν ὃ Ἅγιος, μπῆκα στὸ ἱερὸ πού βρίσκονταν τὰ ἅγια λείψανά του, ἄναψα ἕνα κερὶ καὶ εὐλαβικὰ τὰ προσκύνησα.

Ἀλλὰ τί νὰ εἰπῶ καὶ τί νὰ λαλήσω, ὅταν τὴν ἴδια ἀκριβῶς στιγμὴ σὰν χείμαρος πλημμύρησε ὅλος ὃ τόπος ἀπὸ τὴν Παραδεισένια ἐκείνη εὐωδία ποῦ τὰ ἅγια λείψανα ἔβγαζαν…».

Ἔτσι περιγράφει ἡ ἀείμνηστος ἡγουμένη Μακαρία Δεσύπρη τὴν ἐμφάνιση τοῦ ἁγίου σὰν μία σφραγίδα – πρόλογο σὲ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ βιβλία γιὰ τὸν Ἅγιο Ἐφραίμ, πού μέχρι σήμερα τὸ μοναστήρι ἔχει κυκλοφορήσει, μὲ τὸν γενικὸ τίτλο «ΟΠΤΑΣΙΑΙ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Ἐφραὶμ τοῦ θαυματουργοῦ» – Ἀθῆναι – 1998.

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ ἀπὸ τὶς πρῶτες κι΄ ὄλας ἐμφανίσεις του στὴν τότε ἡγουμένη Μακαρία, εἶχε πεῖ, «Θὰ κάνω πολλὰ θαύματα, γιὰ νὰ πιστέψει ὃ κόσμος καὶ νὰ σωθεῖ (νὰ σώσει δηλαδὴ τὴν ψυχή του), πρὶν ἔλθουν τὰ μεγάλα δεινά…».

Τὸ 2011 μ.Χ. τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινούπολης μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθμ. 217/2-3-2011 Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Πράξη κατέταξε τὸν Ὅσιο Ἐφραὶμ στὸ ἐπίσημο ὀρθόδοξο ἑορτολόγιο.

saint, yiorgosthalassis

orthodoxia-ellhnismos

5/5 Η Αγία μεγαλομάρτυς Ειρήνη

 

Την εποχή που βασίλευε ο Μέγας Κωνσταντίνος (306-337 μ.Χ.), ζούσε στην πόλη Μαγεδών της
Περσίας ο Λικίνιος που ήταν ηγεμόνας μιας επαρχίας και η γυναίκα του που λεγόταν Λικινία. Αυτοί ήταν οπαδοί μίας περσικής θρη­σκείας του Ζωροάστρη. Κάποτε απέκτησαν μία χαριτωμένη κορούλα που την ονόμασαν Πηνελόπη κι όσο αυτή μεγάλωνε, τόσο πιο πολύ ξεχώριζε η εξωτερική της ομορφιά αλλά και το χάρισμα της ευστροφίας που διέθετε. Έτσι οι γονείς της, έκτος από τις περιποιή­σεις και τα υλικά αγαθά που της προσέφεραν πλουσιοπάροχα, για να την κάνουν ευτυχι­σμένη, ανέθεσαν και τη μόρφωση της σε έναν σοφό δάσκαλο, τον Απελλιανό. Εκείνος, ανέλαβε τη διαπαιδαγώγηση της Πηνελόπης με μεγάλο ενδιαφέρον και με χαρά έβλεπε την πρόοδό της, στα μαθήματα που της έκανε. Πολλές φορές, συζητώντας μαζί της, καταλάβαινε πως η νεαρή κόρη με τα προτερήματα που είχε και με το χαρακτήρα της, τον βοηθούσε να γίνει περισσότερο σοφός.

Όταν ο καιρός ήταν καλός, η Πηνελόπη περνούσε τις μέρες της με τους γονείς της και τον δάσκαλό της, στον εξοχικό τους πύργο, που ήταν πε­ριτριγυρισμένος από κήπους με ανθισμένα δέντρα και λουλούδια. Μέσα στο αρχοντικό, όλα τα έπιπλα ήταν φτιαγμένα από χρυσάφι, ενώ πολλές δούλες υπηρετούσαν τα αφεντι­κά τους και τις ανάγκες της έπαυλης. Μία όμως από αυτές, διέφερε από τις άλλες γιατί ήταν πρόθυμη και υπάκουη κι έτσι, πολύ γρή­γορα απέκτησε την εκτίμηση του άρχοντα και της γυναίκας του, χωρίς να γνωρίζουν βέβαια ότι ήταν Χριστιανή. Η Πηνελόπη ξεχώρισε τις σπάνιες αρετές της υπηρέτριας και γι' αυτό της άρεζε να κάνει παρέα μαζί της. Στον ελεύθερο χρόνο της συζητούσε με τη Χρι­στιανή δούλη και με ενδιαφέρον προσπα­θούσε να ανακαλύψει το μυστικό της που την έκανε τόσο διαφορετική από τις άλλες υπη­ρέτριες.

Ένα βράδυ, η κόρη του άρχοντα καθώς κοιμόταν, είδε στο όνειρό της ένα λευκό περιστέρι που κρατούσε στο ράμφος του ένα κλαδί ελιάς και το άφησε πάνω στο χρυσό τραπέζι του πύργου. Έπειτα εμφανίστηκε ένας αετός που κρατούσε ένα στεφάνι από λουλούδια και στο τέλος παρουσιάστηκε ένα κοράκι που άφησε από το ράμφος του ένα σκοτωμένο φί­δι. Η Πηνελόπη ξύπνησε τρομαγμένη αλλά όταν ξανακοιμήθηκε, είδε έναν Άγγελο Κυ­ρίου που της είπε:

-Ο αληθινός Θεός σε καλεί να τον ακολουθήσεις. Σε αυτό θα σε βοηθήσει η αγαπη­μένη σου Χριστιανή υπηρέτρια.

Το πρωί η Πηνελόπη ζήτησε από τον δά­σκαλο της, να της εξηγήσει το παράξενο αλλά θεϊκό όνειρο που είδε κι εκείνος της είπε:
-Το περιστέρι συμβολίζει την αγνή ψυχή σου, ο αετός προμηνύει νίκη και δόξα, αλλά το κοράκι σημαίνει ότι στη ζωή σου θα υπο­φέρεις και θα δοκιμαστείς πολύ!

Τότε η νεαρή κόρη πήγε στην υπηρέτρια και της είπε:
-Είσαι Χριστιανή και μου το δια­βεβαίωσε Άγγελος από τον ουρανό, γι' αυτό θέλω να μου μιλήσεις για τον Θεό σου!

Η υπηρέτρια ζήτησε συγγνώμη από την αρχοντοπούλα που της το είχε κρατήσει μυ­στικό και από τότε άρχισε να της μιλά για τη ζωή του Χριστού και για το κήρυγμα Του στη γη. Αργότερα η Πηνελόπη θέλησε να βαπτι­στεί, γι' αυτό κάποιο βράδυ, ένας Χριστιανός ιερέας μπήκε κρυφά στον πύργο και βάπτισε την Αγία, δίνοντας της το όνομα Ειρήνη. Αμέσως η κόρη του ηγεμόνα ομολόγησε τη Χριστιανική Πίστη στους γονείς της και παρ' όλο που εκείνοι προσπάθησαν να τη μεταπεί­σουν, η Ειρήνη τους μίλησε με σύνεση και τους είπε πώς πρέπει να υπακούμε πρώτα στον Θεό κι έπειτα στους ανθρώπους. Έτσι κι εκείνη θα υπάκουε στις γεμάτες αγάπη, εντολές του Θεού και όχι στις εγωιστικές δια­ταγές των ανθρώπων.

Σύντομα μαθεύτηκε στην πόλη ότι η κόρη του ηγεμόνα έγινε Χριστιανή. Τότε πήγαν οι Πέρσες ιε­ρείς στον Λικίνιο και τον έπεισαν να δικάσει την Ειρήνη. Ο πατέρας της Αγίας μάταια δο­κίμασε να την καλοπιάσει, ούτε κατόρθωσε να την τρομάξει με διάφορες απειλές. Γι' αυτό θύμωσε τόσο πολύ που διέταξε να δέ­σουν τη κόρη του και να την βάλουν ανάμεσα σε αφηνιασμένα άλογα, για να την καταπατήσουν και να την θανατώσουν με κλωτσιές. Όμως συνέβη κάτι φοβερό! Ένα αγριεμένο άλογο, όρμησε ξαφνικά πάνω στον ηγεμόνα, τον κλώτσησε με δύναμη και τον σκότωσε. Τότε έβγαλε ανθρώπινη φωνή και είπε:

Ο λαός που παρακολουθούσε το μαρτύ­ριο της Αγίας, θαύμασε για το ανεξήγητο εκείνο γεγονός και πολλοί από εκείνους πί­στεψαν στον Χριστό και βαπτίσθηκαν, αλλά οι άπιστοι Ιερείς νόμιζαν πως η Αγία έκανε μαγικά και τη μίσησαν ακόμη πιο πολύ.

Όταν η Ειρήνη είδε ότι σκοτώθηκε ο πατέρας της, έτρεξε δίπλα του και ξεχνώντας το κακό που θα της έκανε εκείνος πριν από λίγο, γονάτισε μεγαλόψυχα κι άρχισε να προσεύχεται με δάκρυα στον Θεό. Αμέσως έγινε θαύμα και ο άρχο­ντας Λικίνιος που βρισκόταν ξαπλωμένος στο χώμα, αναστήθηκε και σηκώθηκε όρθιος. Μό­λις κατάλαβε τι είχε συμβεί, ζήτησε μετανοη­μένος συγχώρεση από την κόρη του και απο­φάσισε να βαπτιστεί και να γίνει Χριστιανός μαζί με τη γυναίκα του και τον δάσκαλο Απελλιανό. Έπειτα, παραιτήθηκε από το υψηλό αξίωμά του κι έζησαν ενάρετα στον εξοχικό τους πύργο, κάνοντας ελεημοσύνες, προσευχές, νηστείες και άλλα χριστιανικά έργα. Μαζί με αυτούς, πλήθος κόσμου που είδε το θαύμα, δόξαζε τον αληθινό Θεό και εγκατέλειπε τις ψεύτικες θρησκείες που λα­τρεύονταν μέχρι τότε.

Αργότερα, ηγεμόνας της πόλης έγινε ο Σεδεκίας ο οποίος, όταν έμαθε πως η Ειρήνη ήταν Χρι­στιανή, διέταξε να τη συλλάβουν και να τη φυλακίσουν σε ένα βαθύ λάκκο, όπου μέσα ζούσαν δηλητηριώδη φίδια. Ύστερα από δεκατέσσερις μέρες, ο άρχοντας με πλήθος κό­σμου, πήγαν να παραλάβουν το πτώμα της νεαρής Αγίας αλλά με έκπληξη διαπίστωσαν πως εκείνη ζούσε και τα ερπετά τη σεβόταν και δε την άγγιζαν. Τότε ο Σεδεκίας διέταξε να τη δέσουν σε έναν τροχό με αιχμηρά μα­χαίρια, ο όποιος γύριζε με τη δύναμη ενός ορμητικού χειμάρρου. Όμως μέχρι να τη δέ­σουν, το νερό σταμάτησε και ο τροχός δε γύ­ριζε πια! Εξοργισμένος ο ηγεμόνας, έδωσε εντολή να πριονίσουν τα πόδια της Ειρήνης. Η Αγία υπέμενε το φρικτό βασανιστήριο και γι' αυτό ο Θεός την ενθάρρυνε κάνοντας ακό­μη ένα θαύμα. Μόλις οι δήμιοι τελείωσαν την αποτρόπαια πράξη τους, εκείνη θεραπεύτη­κε εντελώς και όλοι κοιτούσαν άφωνοι, μη μπορώντας να εξηγήσουν ποια δύναμη προ­στάτευε τη Χριστιανή μεγαλομάρτυρα.

Διάδοχος του Σεδεκία ήταν ο γιος του, ο Σαβώρ, ο οποίος έστειλε τον στρατό του να πολεμήσει τους πολιτικούς εχθρούς του. Λίγο πιο έξω από την πόλη, οι απάνθρωποι στρατιώτες συνάντησαν την Αγία και αφού της έμπηξαν καρφιά στις φτέρνες, της φόρτωσαν στην πλάτη ένα βαρύ τσουβάλι με άμμο και τη διέ­ταξαν να το μεταφέρει ως τον βασιλιά. Αλλά την ίδια στιγμή, έγινε σεισμός, η γη άνοιξε στα δύο και πολλοί άπιστοι στρατιώτες έπε­σαν στο γκρεμό και σκοτώθηκαν, ενώ πολύ σύντομα πέθανε κι ο βασιλιάς. Η Αγία ελεύ­θερη πια, κήρυξε το λόγο του Θεού στον λαό κι έκανε πολλά θαύματα, με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι Χριστιανοί της Περσίας.

Έπειτα η μάρτυς ταξίδεψε σε διάφορα μέρη και σε ξένους τόπους, διδάσκοντας την Χριστιανική Πί­στη, μέχρι που έφτασε στην πόλη Καλλίνικο, όπου βασίλευε ο άρχοντας Νουμεριανός. Αυτός, όταν άκουσε το Χριστιανικό κήρυγμα της Ειρήνης, διέταξε να την πιάσουν και αφού τη γυμνώσουν, να τη ρίξουν μέσα σε ένα πυρακτωμένο καμίνι που είχε σχήμα βο­διού. Μα η Αγία δεν έπαθε τίποτα και τότε την έβαλαν ξανά σε δεύτερο καμίνι για να την κάψουν ζωντανή. Ο Θεός προστάτεψε και πάλι τη μάρτυρα κι εκείνη αντί να καίγεται και να υποφέρει από τις καυτές φλόγες γύρω της, δόξαζε χαρούμενη τον Θεό. Τότε την έριξαν σε τρίτο καμίνι αλλά εκείνο έσπασε από την πολύ ζέστη, ενώ η Ειρήνη βγήκε ζω­ντανή, κάνοντας πολλούς ανθρώπους που παρευρίσκονταν εκεί, να πιστέψουν στη δύ­ναμη του Χριστού.

Η φήμη της Αγίας έφτασε μέχρι και στον βασιλιά της Περσίας, τον Σαβώριο. Εκείνος την κάλε­σε κοντά του και αφού διαπίστωσε πως δεν μπορούσε να την πείσει να προσκυνήσει τα είδωλα, διέταξε να την αποκεφαλίσουν και να την κλείσουν σ' έναν τάφο. Όμως Άγγελος Κυρίου ανέστησε την μάρτυρα και μόλις ο βασιλιάς την αντίκρυσε ζωντανή, πίστεψε κι εκείνος στον Χριστό. Μετά από αυτά η Ειρή­νη περιόδευσε σε αρκετές πόλεις, διδάσκο­ντας το θέλημα του Θεού και με τη Χάρη του Παναγίου Πνεύματος έκανε θαύματα, ενι­σχύοντας την πίστη των Χριστιανών, οι όποιοι την αποκαλούσαν Ισαπόστολο. Ύστερα από μία μαρτυρική και πολυβασανισμένη ζωή, η Αγία αισθάνθηκε πως πλησίαζε το τέλος της. Έτσι, προετοιμάστηκε και πέθανε ειρηνικά, ευχαριστώντας τον Θεό που την αξίωσε να υποφέρει τόσα πολλά για τη δόξα Του. Η μνήμη της Αγίας μεγαλομάρτυρος Ειρήνης, εορτάζεται από την Εκκλησία μας στις 5 Μαΐου.

Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΣ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ
ΤΕΥΧΟΣ 7
ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"

5/5 Άγιος Εφραίμ (Νέας Μάκρης), ο εκ Τρίκκης καταγόμενος

Ο Άγιος και Μεγαλομάρτυς Εφραίμ γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1384 στα Τρίκαλα Θεσσαλίας απο πολύτεκνους γονείς και είχε 7 αδέλφια και το βαφτιστικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος Μορφής. Σε ηλικία 14 χρόνων, το 1398 με την προτροπή της μητέρας του για να αποφύγει το παιδομάζωμα και την υποχρεωτική στράτευση απο τους Τούρκους πήγε στο Μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο Όρος των Αμωμών της Αττικής, πρώτα ως μοναχός και μετά ως Ιερέας.

Το 1416 οι Τούρκοι εισέβαλαν και λεηλάτησαν την Αττική και ανάγκασαν τον Δούκα των Αθηνών να δηλώσει υποταγή στον Σουλτάνο. Το 1424 οι Τούρκοι εισέβαλαν βιαίως στην Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και έσφαξαν όλους τους Πατέρες της Μονής. Ο Άγιος απουσίαζε στην σπηλιά του πάνω στο βουνό για προσευχή και μόλις επέστρεψε, αντίκρυσε τα πτώματα των Πατέρων και αφού τους έθαψε, θρήνησε γοερώς.

Τον επόμενο χρόνο, την 14η Σεπτεμβρίου 1425 επανήλθαν οι βάρβαροι και βρήκαν τον Άγιο. Τον συνέλαβαν και τον βασάνιζαν επι 8 1/2 μήνες με μεγάλη μανία και βαρβαρότητα, βασανιστήρια όπως έκαναν στους Αγίους Γεώργιο, Δημήτριο, Αγία Αικατερίνη, Αγία Βαρβάρα και άλλους. Τέλος τον κρέμασαν ανάποδα απο μία παλαιά μουριά που υπήρχε στον περίβολο του μοναστηριού και τον τρύπησαν με ένα μεγάλο ξύλο αναμμένο στην κοιλιά στην περιοχή του αφαλού, μετά τον κάρφωσαν στο δέντρο με μεγάλα σουβλερά γύφτικα καρφιά.

Ο Άγιος καιγόμενος συνέχισε να προσεύχεται.. και τελείωσε μαρτυρικώς την ζωή του απο τους Τούρκους στις 5 Μαίου 1426, ώρα 9 το πρωί... Κοιμήθηκε σε ηλικία 42 ετών.


ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟ
ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ
ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ

Ευλόγησον πάτερ
 Ο μακάριος αυτός αθλητής του Κυρίου, του οποίου την πανσέβαστη μνήμη πανηγυρίζουμε, γεννήθηκε στη βυζαντινή Τρίκκη, δηλαδή στην πόλη μας, περί τα τέλη του 14ου αιώνα (14.9.1384). Το όνομά του ήταν Κωνσταντίνος Μόρφης και είχε άλλα έξι αδέλφια.
Το 1398, σε ηλικία 14 ετών, με την προτροπή της μητέρας του, για να αποφύγει το παιδομάζωμα και το γενιτσαρισμό που συνεπάγονταν, αφιερώθηκε στο Χριστό. Έγινε μοναχός στη Μονή του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου που βρίσκεται σε ένα όρος της Αττικής, καλούμενο «Όρος των Αμώμων» στη σημερινή Νέα Μάκρη.


Από τότε σήκωσε στους ώμους του το Σταυρό της μοναχικής ζωής και αξιώθηκε της ιεροσύνης. Εκεί, στη μετάνοιά του, μόναζε με θείο ζήλο, επιδιώκοντας τον αγιασμό του και αγωνίζονταν ασκητικά με άκρα εγκράτεια και άλλες κατά Χριστόν αρετές, καθαίροντας τον παλαιό εαυτό του και γενόμενος θεοειδής.
Το 1416 οι Αγαρηνοί Τούρκοι εισέβαλαν στην Αττική και τη λεηλάτησαν, υποχρεώνοντας τον Δούκα των Αθηνών να δηλώσει υποταγή. Το 1424 στίφος βαρβάρων Αγαρηνών εισέβαλαν από τη θάλασσα και κατέλαβαν βίαια το Μοναστήρι. Έσφαξαν όλους τους πατέρες. Ο Άγιος Εφραίμ έλειπε την ημέρα εκείνη στο βουνό, όπου συχνά κατέφευγε σε μία σπηλιά για προσευχή και άσκηση. Όταν επέστρεψε και είδε το κακό, έθαψε τους πατέρες και συνασκητές του αφού τους θρήνησε γοερά.
Οι βάρβαροι όμως επανήλθαν την 14η Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους (1425) και συνέλαβαν τον Άγιο μέσα στο μοναστήρι του. Τον υπέβαλαν σε φρικιαστικές τιμωρίες και συνεχείς βασανισμούς, με μεγάλο μίσος και μανία, επί 8 ½ ολόκληρους μήνες. Τον καταξέσκισαν και τον κατασπάραξαν σαν άγρια σκυλιά. Τα μαρτύρια του Αγίου ήταν στα ίδια μεγέθη με εκείνα των μεγαλομαρτύρων Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, Δημητρίου του Μυροβλύτη, Αικατερίνης και Βαρβάρας.


Στο τέλος τον κρέμασαν ανάποδα από μία μουριά στην αυλή του μοναστηριού και τον τρύπησαν με ένα μεγάλο αναμμένο ξύλο στον αφαλό του, αφού προηγουμένως τον κάρφωσαν στο δένδρο με μεγάλα σουβλερά γύφτικα καρφιά. Ο μεγαλομάρτυρας καιγόμενος συνέχισε να προσεύχεται και έτσι παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού την 9η ώρα της 5ης Μαΐου 1426, σε ηλικία 42 ετών. Στο τέλος οι βάρβαροι Αγαρηνοί λεηλάτησαν και κατέστρεψαν το μοναστήρι ολοκληρωτικά.


Ο δίκαιος αγωνοθέτης Χριστός του έδωσε διπλό το στέφος: του μάρτυρα και συγχρόνως του οσίου ένεκα της πρότερης ασκήσεώς του.
Τα χρόνια όμως και οι αιώνες πέρασαν και η αγία περιοχή του μοναστηριού ερημώθηκε, ενώ το μαρτύριο του Αγίου λησμονήθηκε. Αγνοήθηκαν τα πάντα και τα σκέπασε η πλάκα της σιωπής μέχρι τον αιώνα μας.
Περί τα μέσα του 20ου αιώνα η μονή επανασυγκροτήθηκε με ευσεβή γυναικεία αδελφότητα, της οποίας προϊστατο μία οσιωτάτη μοναχή, η όντως μακαριστή Μακαρία (Δεσύπρη) από την Τήνο που κοιμήθηκε την 23.4.1999.
Αυτή έλαβε άνωθεν πληροφορία με θεία έμπνευση και την 3η Ιανουαρίου 1950 έκανε ανασκαφές στην αυλή του μοναστηριού, όπου υπήρχαν εμφανή ερείπια αρχαίας κέλλας.


Σκάβοντας βρέθηκαν οστά οσίου ανδρός που ετάφη στο σημείο εκείνο βιαστικά και άτακτα, προφανώς λόγω του φόβου των Αγαρηνών. Ο νεκρός κείτονταν από το νότο προς βορρά και η κεφαλή του ήταν πολύ υψηλότερα από το υπόλοιπο σώμα του, στηριζόμενη σε ένα βράχο, πράγμα που φανέρωνε το μαρτυρικό τέλος του οσίου ανδρός.


Τα λείψανα απέπνεαν ουράνια και υπερκόσμια ευωδία. Η μακαριστή Μακαρία τα περισυνέλεξε με σεβασμό και τα κατέθεσε σε κάποιο μέρος της Μονής. Ζητούσε δε επίμονα στην προσευχή της να της αποκαλυφθεί ποίου οσίου ανδρός ήταν.
Μία ημέρα της φανερώθηκε, οφθαλμοφανώς και σε κατάσταση εγρηγόρσεως, την ώρα μάλιστα που τελούσε την εσπερινή ακολουθία της, ένας ιεροπρεπής μοναχός με οσιακή μορφή. Της είπε ότι τα λείψανα που βρήκε ανήκουν σ’ αυτόν, ότι ονομάζεται Εφραίμ και ότι διετέλεσε μοναχός της μονής από το 14ο έτος τη ηλικίας του. Ότι ανήμεροι Αγαρηνοί επιτέθηκαν στο μοναστήρι και υπέστη απ’ αυτούς μαρτυρικό θάνατο. Κοντολογίς όλα όσα εξιστορήθηκαν παραπάνω.
Τότε λοιπόν, πεντακόσια είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα, πληροφορήθηκε η Χριστιανοσύνη το μαρτύριο αυτό από το ίδιο το στόμα του Μεγαλομάρτυρα Εφραίμ.
Έκτοτε ο όσιος πατήρ ημών και μάρτυς του Χριστού Εφραίμ εμφανίσθηκε και εμφανίζεται όχι μία και δύο αλλά μυριάδες φορές, κατ’ όναρ και καθ’ ύπαρ, σε πολλούς πιστούς και άπειρα θαύματα ενήργησε και ενεργεί. Παραλύτους συνέσφιγξε και ανόρθωσε, πολλές δεινές και ανίατες ασθένειες ιάτρευσε και κάθε βοήθεια παρέχει, ταχύτατα μάλιστα, σε όσους προστρέχουν με πίστη στα άγια λείψανά του που είναι θησαυρισμένα στο καθολικό της μονής του στη Νέα Μάκρη.



 
Έγινε άμισθος ιατρός των ψυχών και των σωμάτων χιλιάδων ανθρώπων που επικαλούνται το άγιο όνομά του και ζητούν τις σωστικές πρεσβείες του. Αγαπήθηκε από τους πιστούς όπως οι αρχαίοι και μεγάλοι άγιοι της Χριστιανοσύνης και ατέλειωτες σειρές ανθρώπων συρρέουν στο σεπτό σκήνωμά του.
Ο Κύριος, λόγω της οσιακής βιοτής του και του μεγάλου μαρτυρίου του, του παρέσχε μεγίστη παρρησία και το χάρισμα της θαυματουργίας, κυρίως των ιάσεων.
Παρότι ακόμη δεν έγινε η επίσημη αγιοκατάταξή του, τιμάται καθολικά ως άγιος της Εκκλησίας μας. Βεβαία είναι η πίστη κλήρου και λαού ότι έχει απογραφεί στον Ουρανό από το Δεσπότη Χριστό στις δέλτους των Αγίων Του. Γι’ αυτό ναοί ανεγείρονται και πανηγυρίζουν στη μνήμη του, ιερές εικόνες του ιστορούνται και επίσημες ακολουθίες συντάχθηκαν για το μαρτύριό του και την ανακομιδή των λειψάνων του.
Η μνήμη του τιμάται την 5η Μαΐου και την 3η Ιανουαρίου εορτάζομε την ανακομιδή των λειψάνων του.
Ταις αυτού αγίαις πρεσβείες Χριστέ ο Θεός ελέησον και σώσον ημάς.