HeadShort.png

27/12 Άγιος Στέφανος ο Πρωτομάρτυρας

ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΑΣ

Ο Άγιος Στέφανος

Ο Άγιος Στέφανος ήταν ένας από τους πιο διακεκριμένους μεταξύ των επτά διακόνων, πρώτος στη σειρά, που εξέλεξε η Εκκλησία της Ιερουσαλήμ για να διακονεί στα γεύματα και να μεριμνά για τις χήρες και τους φτωχούς, μετά από υπόδειξη των δώδεκα Αποστόλων (Πράξ. 6,1-6).

Ήταν επίσης και ο πρώτος Χριστιανός μάρτυρας (πρωτομάρτυρας) που αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη (Πράξ. 22,20). Το πότε και που γεννήθηκε ο Στέφανος, δε γίνεται γνωστό μέσα από τις Πράξεις των Αποστόλων.

Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΠΤΑ ΔΙΑΚΟΝΟΥΣ

Στην πρώτη χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων υπήρχαν δύο ομάδες πιστών: τη μια αποτελούσαν Ιουδαίοι, που μιλούσαν εβραϊκά, και την άλλη ελληνιστές Ιουδαίοι, που είχαν ζήσει σε ελληνιστικό περιβάλλον, είχαν γνωρίσει τα αγαθά του ελληνικού πολιτισμού και είχαν υποστεί επίδραση στη νοοτροπία και στη γλώσσα.

Από μέρους των Ελληνιστών υπήρξαν παράπονα ότι κατά την καθημερινή διανομή των τροφίμων παραμελούνταν οι χήρες τους. Οι Απόστολοι, αφού συγκέντρωσαν όλη την Εκκλησία, τους παρότρυναν να εκλέξουν επτά άντρες με καλή φήμη και γεμάτους σοφία, για να ασχοληθούν με τη διακονία των τραπεζών της αγάπης, ώστε εκείνοι να αφοσιωθούν απερίσπαστοι στο κήρυγμα. Πράγματι η Εκκλησία εξέλεξε επτά άντρες και οι Απόστολοι τους χορήγησαν το Άγιο Πνεύμα. Αυτοί οι επτά ονομάστηκαν Διάκονοι, γιατί το έργο τους ήταν η ανιδιοτελής προσφορά υπηρεσιών στην Εκκλησία. Όλοι είχαν ελληνικά ονόματα Στέφανος, Φίλιππος, Πρόχορος, Νικάνορας, Τίμωνας, Παρμενίωνας, Νικόλαος (Πράξ. 6,1-6).

Οι εφτά διάκονοι, επομένως, είχαν ιδιαίτερη θέση στη ζωή της πρώτης Εκκλησίας, το γεγονός ότι τα ονόματα τους ήταν ελληνικά, διευκόλυνε το άνοιγμα της Εκκλησίας στον ειδωλολατρικό κόσμο. Οι Πράξεις των Αποστόλων αναφέρουν ιδιαίτερες πληροφορίες για τη δράση δύο εκ των επτά διακόνων, του Στεφάνου και του Φιλίππου.

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Ο Στέφανος ήταν άνθρωπος γεμάτος πίστη και πνευματικά χαρίσματα. Ήταν άνθρωπος "πλήρης πίστεως και Αγίου Πνεύματος" και είχε αφιερώσει τη ζωή του στο κήρυγμα του ευαγγελικού λόγου και στη φιλανθρωπική δράση. Για την προσφορά και τις αρετές του τιμήθηκε με το χάρισμα της θαυματουργίας.

Πέρα από τη διακονία που είχε στην εκκλησία ο Στέφανος έβρισκε καιρό και δύναμη για να κηρύττει το Ευαγγέλιο του Χριστού (Πραξ. 6,8-15. 7,1-60). Ταυτόχρονα ο Στέφανος έκανε μεγάλα και καταπληκτικά θαύματα ανάμεσα στο λαό, που προκαλούσαν κατάπληξη και αποδείκνυαν την αλήθεια του χριστιανικού κηρύγματος. Ακόμη, σε συζητήσεις που είχε με ανθρώπους της συναγωγής, η δύναμη και η σοφία του Αγίου Πνεύματος που πλήρωνε το Στέφανο, τους έκανε να μην μπορούν να τον αντιμετωπίσουν (Πράξ. 6,9-11).

Το κρίσιμο θέμα, γύρω από το οποίο περιστρέφονταν οι συζητήσεις, ήταν η σχέση του χριστιανικού μηνύματος με τον Ιουδαϊσμό. Ο Στέφανος απευθύνονταν στους αδελφούς και πατέρες του, όπως τους ονόμαζε, και τους έλεγε ότι ο Ναός και η ιδιαιτερότητα του ιουδαϊκού λαού ήταν πράγματα σεβαστά, αλλά σε μεγάλο βαθμό ξεπερασμένα. Είναι σκαλοπάτια στο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου, που ξεπεράστηκαν με το έργο του Χριστού.

Αντίθετα, κατά τη γνώμη των Ιουδαίων, με επικεφαλής το ιερατείο, τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, ο Θεός ήταν αποκλειστικά δικός τους, έπρεπε να λατρεύεται στο Ναό και ο Μωσαϊκός Νόμος ήταν αιώνιος.

Με τη βαθιά θεολογική του κατάρτιση ανέτρεπε εύκολα τις κακοδοξίες των Ιουδαίων για το έργο του Χριστού, προκαλώντας την οργή και το φθόνο τους. Οι Ιουδαίοι επειδή δεν μπορούσαν να αντικρύσουν τα επιχειρήματά του κατέφυγαν στο δόλο και στη βία. Ξεσήκωσαν το λαό και τους προεστούς με ψευδομάρτυρες που έλεγαν ότι τον άκουσαν να διδάσκει βλάσφημα για το Μωυσή, το Ναό και το Θεό, τον άρπαξαν με μίσος και τον οδήγησαν μπροστά στο Συνέδριο, τάχα για να απολογηθεί.

Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Η απολογία του Στεφάνου αποτελεί πρότυπο πίστης, τόλμης και θάρρους. Ο Στέφανος στην απολογία του, χωρίς να φοβηθεί καθόλου, έκανε μια εκτενή αναδρομή στην ιστορική πορεία του εβραϊκού λαού. Τους επισήμανε τις ευεργεσίες του Θεού προς το λαό, αλλά και τις παραλείψεις που πολλές φορές έδειξε ο λαός απέναντί στη συμφωνία με το Θεό. Τόνισε ιδιαίτερα την εχθρική στάση τους απέναντι στους Προφήτες, τους οποίους οι ίδιοι θανάτωσαν. Στη συνέχεια είπε ότι ο Θεός δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς και ολοκλήρωσε την απολογία του με οξύτατη κριτική στους θρησκευτικούς άρχοντες των Ιουδαίων (Πράξεις κεφ. 7).

Στο τέλος της απολογίας του και καθώς οι αρχιερείς εξαγριωμένοι έτριζαν τα δόντια τους, σηκώνοντας το βλέμμα του στον ουρανό και βλέποντας τη δόξα του Θεού και τον Ιησού να στέκεται στα δεξιά του Θεού είπε: "Βλέπω τον ουρανό ανοιχτό και τον Υιό του Ανθρώπου να στέκεται στα δεξιά του Θεού" (Πράξ. 7,55-56).

Στο άκουσμα των λόγων αυτών, τα μέλη του Συνεδρίου όρμησαν με μανία πάνω στο Στέφανο και τον έβγαλαν έξω από την πόλη για να τον θανατώσουν με λιθοβολισμό (Πράξ. 8,1). Ένας νεαρός, που τον έλεγαν Σαούλ, ανέλαβε να φυλάει τα ρούχα αυτών που λιθοβολούσαν. Αυτός ο νεαρός είναι ο μετέπειτα Απόστολος Παύλος.

Κατά το μαρτύριό του ο διάκονος Στέφανος προσευχόμενος είπε: "Κύριε Ιησού, δέξου το πνεύμα μου". Κατόπιν πέφτοντας στα γόνατα ακολούθησε πιστά το παράδειγμα του Διδασκάλου του, ζητώντας από το Θεό να συγχωρήσει τους εκτελεστές του. Φώναξε δυνατά "Κύριε μην τους λογαριάσεις αυτή την αμαρτία" και ξεψύχησε, δίνοντας με τον τρόπο αυτό την ομολογία της πίστεως του.

Ήταν ο πρώτος Χριστιανός που μαρτύρησε για την πίστη του, γι' αυτό και ονομάστηκε Πρωτομάρτυρας. Η μορφή του είναι η αρχή της γενιάς των μαρτύρων, μιας λαμπρής γενιάς στην ιστορία της χριστιανικής Εκκλησίας. Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία με ιδιαίτερη λαμπρότητα στις 27 Δεκεμβρίου, ενώ η ανακομιδή των λειψάνων του στις 2 Απριλίου.

Τον νεκρό πλέον Στέφανο τον έθαψαν και τον θρήνησαν (Πράξ. 8, 2), ενώ μετά το θάνατό του ακολούθησε διωγμός κατά των Χριστιανών. Κατά την παράδοση το λείψανό του μεταφέρθηκε από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο στην Κωνσταντινούπολη.

Η ΑΓΙΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο ο Στέφανος αγιογραφείται ως νεαρός διάκονος, φορώντας ωμοφόριο και ιερατικό χιτώνα. Σε παλαιότερες αναπαραστάσεις όμως φορά απλά ένα ιερατικό χιτώνα για διάκονο της ύστερης αρχαιότητας. Σε μία από τις αρχαιότερες αναπαραστάσεις στο Σαν Λορέντζο της Ρώμης με το βιβλίο του Ευαγγελίου, αργότερα εμφανίζεται σε αναπαραστάσεις με βράχο στο κεφάλι του, σαν σύμβολο της κατάληξής του. Στη Δύση πολλές φορές απεικονίζεται μαζί με ένα ακόμα διάκονο και μάρτυρα, τον Άγιο Λαυρέντιο της Ρώμης (+258).

ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Βασίλειον διάδημα, ἐστέφθη σὴ κορυφή, ἐξ ἄθλων ὧν ὑπέμεινας, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, Μαρτύρων Πρωτόαθλε· σὺ γὰρ τὴν Ἰουδαίων, ἀπελέγξας μανίαν, εἶδες σου τὸν Σωτῆρα, τοῦ Πατρὸς δεξιόθεν. Αὐτὸν οὖν ἐκδυσώπει ἀεί, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον

Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ὁ Δεσπότης χθὲς ἡμῖν, διὰ σαρκὸς ἐπεδήμει, καὶ ὁ δοῦλος σήμερον, ἀπὸ σαρκὸς ἐξεδήμει· χθὲς μὲν γάρ, ὁ Βασιλεύων σαρκὶ ἐτέχθη, σήμερον δέ, ὁ οἰκέτης λιθοβολεῖται· δι᾽ αὐτὸν καὶ τελειοῦται, ὁ Πρωτομάρτυς καὶ θεῖος Στέφανος.

12/12 Άγιος Σπυρίδωνας

Ο Άγιος των Κερκυραίων, και πολιούχος του νησιού, ο θαυματουργός Άγιος, που έσωσε πολλές φορές το νησί των Φαιάκων με τα θαύματα του από την καταστροφή και την πείνα, στον οποίο προστρέχουν χιλιάδες πιστοί μέχρι και σήμερα αναζητώντας παρηγοριά και βοήθεια, ο Άι-Σπυρίδωνας δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στο νησί.

Γεννήθηκε σε μία φτωχή οικογένεια στην Τριμυθούντα της Κύπρου, κοντά στη Σαλαμίνα, το 270 μ.Χ. Αν και ήταν ένας απλός και αγράμματος βοσκός ξεχώριζε για την πίστη του στο Θεό, την ταπεινοφροσύνη του και τη φιλανθρωπία του. Από το γάμο του απέκτησε μία κόρη, την Ειρήνη. Όταν χήρεψε στράφηκε ολοκληρωτικά στο Θεό και έγινε κληρικός. Η φήμη που απέκτησε ήταν τόσο μεγάλη που όταν εκοιμήθη ο επίσκοπος Τριμυθούντος ο ίδιος ο πιστός λαός τον ανακήρυξε επίσκοπο.

Ακόμα και τότε ο Σπυρίδωνας δεν ξεχώριζε από τους υπόλοιπους φτωχούς ανθρώπους, που αποτελούσαν το ποίμνιο του. Φορούσε τα ίδια απλά και φτωχικά ρούχα με πριν, τον ίδιο σκούφο από φύλλα φοίνικα ενώ και ο βίος του ήταν το ίδιο φτωχικός καθώς όλα του τα υπάρχοντα εξακολουθούσε να τα μοιράζεται με τους φτωχούς. Παντού εξακολουθούσε να πηγαίνει με τα πόδια, ασχολείτο με τις αγροτικές εργασίες και συνέχιζε, ως καλός ποιμένας, να φυλάει το κοπάδι του. Η φήμη του μεγάλωσε ακόμη περισσότερο όταν με τα θαύματα του βοήθησε ανθρώπους που προσέτρεχαν στη βοήθεια του.

Ο Άγιος Σπυρίδωνας στην Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 314 μ.Χ.

Ο Σπυρίδωνας ως επίσκοπος Τριμυθούντα πήρε μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 314 μ.Χ., την οποία συγκάλεσε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, προκειμένου να αποφανθούν οι Πατέρες της Εκκλησίας περί των θεωριών του Αρείου.

Ό Άρειος, μορφωμένος Πατέρας από την Αλεξάνδρεια, θεωρούσε το Χριστό κτίσμα του Θεού και απέρριπτε την τρισυπόστατη φύση του. Ο Σπυρίδωνας, ήδη πολύ γνωστός για το θεόπνευστο κήρυγμα του, μολονότι ουσιαστικά αμόρφωτος, επέτυχε να αντιταχθεί στο λόγο του Αρείου και να αποδείξει την αληθινή φύση του Θεού, το ομοούσιο της Αγίας Τριάδας, με το γνωστό θαύμα με το κεραμίδι.

Αφού συνέκρινε την Αγία τριάδα –Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα- με το κεραμίδι και τα τρία συστατικά του που το κάνουν Ένα – φωτιά, νερό και χώμα- κράτησε στο χέρι του ένα κεραμίδι και αμέσως ξεπετάχτηκε από το χέρι του φωτιά. Στη συνέχεια έτρεξε προς τη γη νερό και στο τέλος απέμεινε στο χέρι του μόνο χώμα. Μπροστπά σ’ αυτό το θαύμα ο Άρειος καταντροπιασμένος ζήτησε συγνώμη.

Ο Σπυρίδωνας εκοιμήθη σε βαθιά γεράματα, στις 12 Δεκεμβρίου του 358 μ.Χ. σε ηλικία 88 ετών και ανακηρύχτηκε Άγιος από την Εκκλησία μας.

Ο Άγιος Σπυρίδωνας «φτάνει» στην Κέρκυρα

Όταν οι Σαρακηνοί πάτησαν το νησί της Κύπρου πιστοί άνοιξαν τον τάφο του Άγιου Σπυρίδωνα, προκειμένου να μεταφέρουν τα οστά του στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό να τα γλιτώσουν από τα χέρια των απίστων. Με έκπληξη όμως διαπίστωσαν ότι το σκήνωμα του Αγίου διατηρείτο άθικτο ενώ ο τάφος του μοσχοβολούσε βασιλικό.

Το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στη Βασιλεύουσα όπου και παρέμεινε μέχρι το 1456. Τότε, τρία χρόνια μετά την Άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς, ένας πρεσβύτερος, κερκυραϊκής καταγωγής, ο πάτερ Γεώργιος Καλοχαιρέτης, έκρυψε το ιερό σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνα καθώς και της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, μέσα σ’ ένα καλάθι και αφού τα σκέπασε με χόρτα, τα φυγάδευσε από την τουρκεμένη Κωνσταντινούπολη.

Διασχίζοντας με μεγάλο κίνδυνο τη Θράκη, τη Μακεδονία και την Ήπειρο έφτασε στην Κέρκυρα. Τα ιερά λείψανα, που τοποθετήθηκαν αρχικά στο ναό του Αγίου Αθανασίου, τα κληρονόμησαν οι τρεις γιοί του του Καλοχαιρέτη, Μάρκος, Λουκάς και Φίλιππος. Το μερίδιο του ο Μάρκος, το σκήνωμα της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, το δώρισε το 1483 στο λαό της Κέρκυρας. Οι κληρονόμοι του λειψάνου του Αγίου Σπυρίδωνα προσπάθησαν να μεταφέρουν το άγιο λείψανο εκτός της Κέρκυρας αλλά συνάντησαν τη σθεναρή αντίσταση των Κερκυραίων και εγκατέλειψαν το σχέδιο τους. Εν τέλει μεταβίβασαν τα δικαιώματα τους στην κόρη του Φιλίππου, Ασημίνα.

Το λείψανο πέρασε τελικά στην ιδιοκτησία της οικογένειας Βούλγαρη, ως προίκα της Ασημίνας, όταν παντρεύτηκε το Σταματέλλο Βούλγαρη το 1520. Από τότε και για τέσσερις αιώνες έως το 1925, βρισκόταν στην κυριότητα της οικογένειας. Αρχικά και μέχρι το 1528 το λείψανο μεταφέρθηκε στον καθεδρικό ναό του Ταξιάρχου Μιχαήλ στο Καμπιέλο. Το 1528 ο Σταματέλλος Βούλγαρης το μετέφερε στο ναό, που έχτισε η οικογένεια προς τιμήν του Αγίου στο προάστιο του Σαρόκκου (Αγίου Ρόκκου). Ωστόσο το 1537,κατά τη διάρκεια της πρώτης πολιορκίας της Κέρκυρας από τους Τούρκους, το σκήνωμα μεταφέρθηκε για ασφάλεια στο ναό των Αγίων Αναργύρων στο Παλαιό Φρούριο και επέστρεψε μετά τη λύση της πολιορκίας.

Το 1577 αποφασίστηκε η κατεδάφιση του ναού, καθώς έπρεπε να επεκταθούν τα τείχη. Το λείψανο μεταφέρθηκε προσωρινά και πάλι στο ναό του Αγίου Νικολάου των Ξένων στη Γαρίτσα, μέχρι και το 1589, οπότε και πραγματοποιήθηκαν τα θυρανοίξια του σημερινού ναού, η ολοκλήρωση του οποίου έγινε περίπου το 1594, και παραμένει εκεί μέχρι και σήμερα.

Το 1967 ο ιερός ναός του Αγίου Σπυρίδωνος της Κέρκυρας αναγνωρίστηκε επισήμως ως ίδιον Ν.Π.Δ.Δ με Προεδρικό Διάταγμα, υπό την επωνυμία «Ιερόν Προσκύνημα Αγίου Σπυρίδωνος Κερκύρας».
Πηγή: http://www.kerkyrainfo.gr

5/12 Άγιος Σάββας

 

1. Παιδική Ηλικία του Αγίου Σάββα, και αποταγή του κόσμου. Ασκητικοί αγώνες εις την Μονήν των Φλαβιανών (439-456)

Ο Όσιος Πατήρ ημών Σάββας ο Ηγιασμένος εγεννήθη κατά το έτος 439 από της Χριστού Γεννήσεως υπό γονέων ευσεβών και πλουσίων, του Ιωάννου και της Σοφίας, εις την κώμην Μουταλάσκην της Καππαδοκίας. Ο πατήρ του, στρατιωτικός ων και αναγκασθείς να μεταβή μετά της συζύγου του Σοφίας εις την Αλεξάνδρειαν δια υπηρεσιακούς λόγους, ανέθεσε την ανατροφήν του μικρού Σάββα εις τον εκ μητρός θείον του Ερμίαν, ότε ο Άγιος ήτο πέντε μόλις ετών.

Μετ' ολίγον καιρόν, δυσαρεστηθείς ο Σάββας από την συμπεριφορά της συζύγου του θείου του και από την επακολουθήσαν διαμάχην μεταξύ των θείων του Ερμίου και Γρηγορίου δια την ανατροφήν του και την διαχείρισιν της περιουσίας των γονέων του περιφρόνησε τον κόσμον και ενετάγη εις μοναστήριον πλησιόχωρον της γενέτειράς του ονομαζόμενον «Φλαβιαναί». Εκεί επεδόθη αφ' ενός εις την εκμάθησιν του ψαλτηρίου και των μοναχικών υποχρεώσεων, αφ' ετέρου εις την άσκησιν των θεοειδών αρετών και διέπρεψεν εις την εγκράτειαν, την σωματικήν κακοπάθειαν, την ταπεινοφροσύνην και την υπακοήν, δια των οποίων εφάνη υπέρτερος πάντων των συμοναστών του, εξήκοντα ή και εβδομήκοντα τον αριθμόν. Θέλων δε ο Θεός να προμηνύση την αγιότητα, εις την οποίαν θα έφθανεν ο Σάββας, τον εχαρίτωσε με ακράδαντον και θαυματουργόν πίστην: κάποτε εισήλθεν εις ανημμένον φούρνον, αφού καθωπλίσθη δια του σημείου Σταυρού, και σώος και αβλαβής εξήγαγε αβλαβή τα ενδύματα, τα οποία ο αρτοποιός είχεν λησμονήσει.

2. Μετάβασις εις Παλαιστίνην. Άσκησις εις το κοινόβιον του Αγ. Θεοκτίστου και πλησίον του Μ. Ευθυμίου (456-473)

Έχων συμπληρώσει εν ταις Φλαβιαναίς δέκα έτη αγώνων, εζήτησε από τον Ηγούμενον ευλογίαν, δια να απέλθη οριστικώς εις την Αγίαν Πόλιν Ιερουσαλήμ, καθόσον επεθύμει να αναβαίνη διαρκώς από δόξης εις δόξαν, ησυχάζων εις την έρημον. Ο Ηγούμενος του παρέσχε την άδειαν έπειτα από θεϊκήν οπτασίαν, και ούτως ο Σάββας, εις ηλικίαν δεκαοχτώ ετών, αφίχθη εις Ιεροσόλυμα και εφιλοξενήθη εις την Μονήν του Αγίου Πασσαρίωνος, όπου και διήλθε τον χειμώνα του έτους 456 προς 457 μ.Χ. Παρά τας προτροπάς του Αρχιμανδρίτου Ελπιδίου και ετέρων αδελφών να μείνη πλησίον των, ο Σάββας είχε διαρκώς κατά νουν να συναριθμηθή με τους αναχωρητάς, οι οποίοι ησκούντο υπό την εποπτείαν του θαυματουργού και λάμποντος φωστήρος Ευθυμίου του Μεγάλου, δια τούτου δε έλαβε την ευλογία από τον Ελπίδιον και μετέβη προς συνάντησιν του Μ. Ευθυμίου.

Ο Ευθύμιος αρνήθη να κρατήση τον Σάββαν εις την Λαύραν του, αντιθέτως απέστειλεν αυτόν εις την Μονήν του Αββά Θεοκτίστου, μηνύων εις εκείνον να φροντίση τον Σάββαν, διότι ούτος θα εγίνετο διαπρεπής εις την μοναστικήν ζωήν, αυτό το έπραξεν ο Μ. Ευθύμιος, δια να δώση και εν υπόδειγμα εις τον Σάββαν να μη δέχηται νέους αγενείους, όταν θα ίδρυε την ιδικήν του περιφανή Λαύραν και θα καθίστατο νομοθέτης και αρχηγός πάντων των κατά Παλαιστίνην αναχωρητών. Ο νεαρός Σάββας εδέχθη την οδηγίαν του Μ. Ευθυμίου ως θέλημα θεού και εισελθών εις την υπακοήν του Αββά Θεοκτίστου ενέτεινε τους προτέρους του αγώνας, εις την νηστείαν, αγρυπνίαν, ταπεινοφροσύνην και υπακοήν προσέθεσε την αγάπην και επιτηδειότητα εις τας εκκλησιαστικάς ακολουθίας, την αποδοτικωτάτην διακονίαν και εξυπηρέτησιν των λοιπών μοναχών, εν γένει δε διαγωγήν παντελώς άψογον.

Με τοιάυτην θαυμαστήν πολιτείαν διήνυσεν ο Άγιος Σάββας δέκα έτη, μέχρι θανάτου του αγίου Θεοκτίστου, και ακόμη δύο, μέχρι της κοιμήσεως του διαδόχου του θεοκτίστου, Μάριδος. Από τον νέον Ηγούμενον Λογγίνον ο Άγιος εζήτησε να του επιτρέψη την ησυχαστικήν ζωήν, έχων ο Λογγίνος κατά νούν την υψηλοτάτην αρετήν του Σάββα, λαβών δε και την σύμφωνον γνώμην του Μ. Ευθυμίου του την επέτρεψεν, έκτοτε και επί πέντε έτη ο Άγιος Σάββας διέμενε κατά τας πέντε ημέρας της εβδομάδας νήστις εις εν σπήλαιον νοτίως της Μονής, εις το οποίον προσηύχετο και ειργάζετο, μόνον δε κατά τα Σάββατα και τας Κυριακάς επέστρεφεν εις την Μονήν, δια να μεταφέρη το προϊόν του εργοχείρου του και να λάβη μέρος εις τας κοινάς προσευχάς. Καθ' όλην την Τεσσαρακοστήν, ο Άγιος Σάββας διέμενε μετά του Μ. Ευθυμίου και του μακαρίου Δομετιανού, μαθητού εκείνου, εις την πανέρημον του Ρουβά, μεταξύ του χειμάρρου των Κέδρων και της Νεκράς θάλασσας, εν νηστεία, ολιγοποσία, προσευχή και αγρυπνία. Την συμήθειαν αυτήν διετήρησεν ο Άγιος και εις τα μετέπειτα έτη. Εις τας 20 Ιανουαρίου του 473 ο μέγας πατήρ ημών Ευθύμιος εκοιμήθη εν ειρήνη.

3. Απομόνωσις του Αγίου Σάββα εις την έρημον. Ίδρυσις της Ιεράς Λαύρας και ανάδειξις του Αγίου εις αρχηγών των αναχωρητών (473-493)

Τότε ο Άγιος Σάββας, κατά το τριακοστόν πέμπτον έτος της ηλικίας του, δεν ηθέλησε να επιστρέψη εις το κοινόβιον, άλλ' απήλθε προς την ανατολικήν έρημον του Ρουβά και Κουτυλά, την ιδίαν περίοδον κατά την οποίαν ο Άγιος Γεράσιμος ο Ιορδανίτης έλαμπεν εν τη ερήμω του Ιορδάνου. Εις την έρημον ταύτην, όπου συνεδέθη πνευματικώς και με τον Άγιον Θεοδόσιον τον Κοινοβιάρχην μέσω του μοναχού Άνθου, διέμεινεν ο Άγιος Σάββας τέσσερα έτη. Τότε εκέρδισε την κατά των δαιμόνων και των θηρίων πλήρη αφοβίαν, άλλα και το σέβας των βαρβάρων, χάρις εις την εις Θεόν πίστην του και την αρετήν του. Μετά ταύτα, προσταχθείς υπό αγγέλου επάνω εις το όρος της Ευδοκίας, μετώκησεν εις την ανατολικήν πλευράν του Χειμάρρου των Κεδρών, εις σπήλαιον, το οποίον εως σήμερον δείκνυται ως το Σπήλαιον του Άγίου Σάββα, έναντι της Λαύρας. Μετά πέντε έτη, ήρχισαν να συναθροίζονται πλησίον του οι ερημίται και αναχωρηταί, ως εβδομήκοντα τον αριθμόν, άνδρες ουράνιοι και χαριτοφόροι, οι οποίοι απετέλεσαν και την πρώτην συνοδείαν της Λαύρας, εν έτει 483. Μετά την πρώτην οργάνωσιν της Λαύρας και την ανάβλυσιν αγιάσματος θαυματουργικώς, διά της προσευχής του Αγίου, ο άγιος Σάββας είδεν εις την δυτικήν όχθην, απέναντι του σπηλαίου του, να υψώνεται εώς τον ουρανόν στύλος πυρός. Ερευνήσας τον τόπον του θαύματος αυτού την επόμενη ημέραν, ανεύρε το θεόκτιστον σπήλαιον, το οποίον είχε κατάλληλον μορφήν δια να γίνη ναός. Αυτόν κατέστησε κέντρον της Λαύρας ο Αγ. Σάββας, οργανώσας και τας υπολοίπους υπηρεσίας. Η συνοδεία του έφθανε τότε τους εκατόν πενήντα μοναχούς.

Θα ήτο όμως αδύνατον να μη ενταθώσιν οι πειρασμοί και τα σκάνδαλα του διαβόλου, εναντίον ενός τόσον Θεϊκού έργου. Ο Άγιος Σάββας υπέστη την περιφρόνησιν και συκοφαντίαν εκ μέρους ιδικών του μοναχών, οι οποίοι εζήτησαν από τον πατριάρχην Σαλλούστιον την αντικατάστασιν του εις την ηγουμενίαν. Ο πατριάρχης Σαλλούστιος αντ' αυτού, γνωρίζων την αγιότητα του Σάββα, τον εχειροτόνησε πρεσβύτερον, και ενεκαινίασε την Θεόκτιστον Εκκλησία την 12ην Δεκεμβρίου του 491.

Η επί γής ουράνιος πολιτεία του Αγ. Σάββα εσυνεχίζετο: η προσέλευσις μοναχών, και δή Αρμενίων, ελκόμενων από το παράδειγμα του Αγίου, ηύξανε, το ίδιον και η άσκησις και τα θαύματα του Αγίου, ο οποίος κατά τας Μ. Τεσσαρακοστάς διήνυε εις την πανέρημον ζωήν υπεράνθρωπον. Εις την Λαύραν προσήλθεν ο οσιώτατος Ιωάννης, επίσκοπος Κολωνίας, ως απλούς μοναχός, ο οποίος αργότερον κατέστη περιβόητος δια την αρετήν του. Το 492 ο Άγιος Σάββας ήλθεν εις το φρούριον του Καστελλίου, εν τη ερήμω βορειοανατολικώς της Λαύρας και αφού εξεδίωξε τους δαίμονας, οι οποίοι ενεφώλευον εκεί, ωκοδόμησε κοινόβιον και ετοποθέτησε μοναστικήν αδελφότητα. Μετ' ολίγον καιρόν ο πατριάρχης Σαλλούστιος ανέδειξε τον μέν Σάββαν άρχοντα και νομοθέτην πάντων των αναχωρητών και κελλιωτών, των υπαγομένων εις την Αγίαν Πόλιν, τον δε Θεοδόσιον τον Κοινοβιάρχην αρχηγόν και αρχιμανδρίτην πάντων των κοινοβίων. Δια τούτο ο Άγιος Σάββας έλεγε χαριέντως προς τον Θεοδόσιον ότι ο ίδιος ήτο «ηγούμενος ηγουμένων», ενώ ο Θεοδόσιος «ηγούμενος παιδίων», δηλαδή αρχαρίων.

4. Οικοδόμησις του Ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Αποχώρησις του Αγίου εκ της Λαύρας (494-508)

Το έτος 494 μ.Χ. ήρχισαν και αι εργασίαι ανοικοδομήσεως της Μεγάλης Εκκλησίας της Θεοτόκου, της οποίας τα εγκαίνια εγένεντο αρκετά έτη αργότερον, την 1ην Ιουλίου του ε΄τους 502 μ. Χ., διότι ο Θεόκτιστος Ναός και ο μικρός ευκτήριος οίκος δεν επήρκουν δια τας λατρευτικάς αν'αγκας της Λαύρας.

Ωστόσο οι μαθηταί, που είχον προ ολίγων ετών κατηγορήσει τον Άγιον, εστασίασαν και πάλιν εις τοιούτον βαθμόν, ώστε ηναγκλασθη ο Άγ. Σάββας, διά να μη τους παροξύνη επί πλέον, να αποχωρήση από την Λαύραν. Η απουσία του διήρκησε πέντε έτη (503-508 μ.Χ.), κατά τα οποία συνέστησε δύο νέα κοινόβια εις τα Γάδαρα και Νικόπολιν, εις τόπους όπου προσήρχοντο προς αυτόν πιστοί, δια να μονάσουν κοντά του. Τελικώς η αποκατάστασις του εις την θέσιν του Ηγουμένου είχεν ως αποτέλεσμα την φυγήν των στασιαστών από την Μεγίστην και την εγκαταβίωσιν των εις την Νέαν Λαύραν. Και όμως ο ανεξίκακος Άγιος και εκεί τους βοήθησε να κτίσουν και διοργανώσουν την Λαύραν των, εγκατέστησε δε εις αυτούς και Ηγούμενον αγιώτατον, τον Ιωάννην.

5. Ίδρυσις νέων Μονών, πρώτη μετάβασις εις Κωνσταντινούπολιν και αγών κατά του Μονοφυσιτισμού (509-516)

Τα επόμενα έτη ο Άγιος επεδόθη εις την καλλιέργειαν των πνευματικών του τέκνων. Συνέστησε μέχρι θανάτου του άλλας δύο λαύρας, την του Επταστόμου (512 μ.Χ.) και την του Ιερεμίου (531μ.Χ.), και άλλα δύο κοινόβια, το του Σπηλαίου (509μ.Χ.) και το του Σχολαρίου (512μ.Χ.), πλήν των ως άνω αναφρθέντων. Την τελευταίαν εικοσαετίαν της ζωής του ελάμπρυναν όμως και άλλαι θαυμασταί πράξεις, αι οποίαι έσχον τεράστιαν σημασίαν δια την εκκλησιαστικήν άλλα και παγκόσμιαν ιστορίαν. Υπό την πίεσιν των μεθοδεύσεων του μονοφυσίτου αυτοκράτορος Αναστασίου (491-518) και των πρωτοστατών του Μονοφυσιτισμού «Ακεφάλων» Σευήρου, Φιλοξένου και Σωτήρχου αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι της Ανατολής περιήρχοντο σταδιακώς εις τας χείρας μονοφυσιτών επισκόπων. Ο Άγιος Σάββας, μετά από παρακίνησιν του Ορθοδόξου πατριάρχου Ιεροσολύμων Ηλία (494-516), μετέβη εις την Κωνσταντινούπολιν το 512, όπου κατώρθωσε διά της φήμης του άλλα και της αγιότητός του να πείσει τον αυτοκράτορα να αναστείλει την εξορίαν του Ηλία. Τότε το επόμενον έτος η εκτόπισης του Ορθόδοξου πατριάρχου ετέθη υπό του αυτοκράτορος εις εφαρμογήν, ο Άγιος Σάββας συνεκέντρωσεν εις Ιεροσόλυμα όλους τους μοναχούς της ερήμου, δια να προφυλάξη τον Ηλίαν, και αναθεμάτισε τους αιρετικούς απεσταλμένους του αυτοκράτορος. Παρόμοιαν κινητοποίησιν των ερημιτών εφήρμοσε τρία έτη αργότερον, το 516 μ. Χ., προκειμένου να στηρίξει εις την Ορθοδοξίαν τον νέον Πατριάρχην Ιεροσολύμων, Ιωάννην Γ' (516-524), βοηθούμενος υπό του Αγ. Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου. Η κινητοποίησις αυτή διεφύλαξε την Εκκλησίαν Ιεροσολύμων εν ορθή πίστη. Καθ' ήν στιγμήν αι Εκκλησίαι Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρίας και αντιοχείας είχον περιέλθει υπό μονοφυσίτας πατριάρχας. Μετ΄ολίγον η Ορθοδοξία αποκατεστάθη πανταχού.

6. Συνέχισης της οσιακής του Αγίου Σάββα ζωής. Συνάντησις μετά του Ιουστινιανού εν Κωνσταντινούπολει. Κοίμησις του Αγίου (516-532)

Η Δευτέρα μετάβασις του Αγίου Σάββα εις την Βασιλεύουσαν έλαβε χώραν περίπου είκοσιν έτη μετά την πρώτην, το 530 μ. Χ., όταν ο Άγιος ήτο ενενήκοντα ετών. Ο Άγιος επέτυχεν εκεί την απαλλαγήν της Παλαιστίνης από τα σκληρά μέτρα, τα οποία ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός ήθελε να επιβάλλει συνέπεια των ταραχών, τας οποίας είχε προκαλέσει η εξέγερσις Σαμαρειτών και Ιουδαίων (529). Ο Άγιος παρώτρυνε ακόμη τον ευσεβή βασιλέα, ο οποίος είχεν αντιληφθεί ο ίδιος δι' οπτασίας την αγιότητα του Σάββα, να προβεί εις δίωξιν των αιρέσεων Αρείου, Νεστορίου και Ωριγένους και εις κοινωφελή έργα εις την Παλαιστίνην, έναντι των οποίων θα απεκόμιζεν επέκτασιν της αυτοκρατορίας εις την Αφρικήν και Ιταλίαν. Πράγματι η προφητεία και ευλογία αυτή του Αγ. Σάββα εξεπληρώθη . Αι νίκαι των στρατηγών Βελισσαρίου και Ναρσή έφεραν και πάλιν τα δυτικά τμήματα της Αυτοκρατορίας υπό τον αυτοκράτορα της Πόλεως. Τοσαύτη ήτο η προφητική χάρις του Αγίου Σάββα.

Πόσα εκ των θαυμάτων του Αγίου δύναται κάποιος να διηγηθή και ποιόν να θαυμάσει πρώτον. Η χάρις του έφθασε και εώς του να λύση με την προσευχή του πενταετή ανοβρίαν εις Ιεροσόλυμα, την οποίαν είχε προκαλέσει η άδικος εκτόπισις του πατριάρχου Ηλία και η δι' αυτήν οργή του Θεού (520 μ.Χ.). Όμως η επιστροφή του εκ της Βασιλευούσης εσήμανε και την αρχήν του τέλους της επιγείου πολιτείας του. Ο Όσιος Πατήρ ημών Σάββας ο Ηγιασμένος ανεπαύθη εκ των κόπων του εν Κυρίω την 5ην Δεκεμβρίου του 532 μ. Χ. Είχε ζήσει εις το κοινόβιον των Φλαβιανών δέκα έτη, ως του 18ου έτους της ηλικίας του, δεκαεπτά έτη εις το κοινόβιον του Αγίου Θεοκτίστου εις την Παλαιστίνην, και πεντήκοντα εννέα έτη εις τας ερήμους και εις την Μεγίστην Λαύραν. Κατά το έτος 547 το τίμιον λείψανόν του ευρέθη εντός του μνήματος σώον και αδιάλυτον, μετεφέρθη δε εις Κωνσταντινούπολιν πολλούς αιώνας αργότερον και εκείθεν υπό τους Σταυροφόρους εις Ενετίαν το 1204. Το 1965 επεστράφη οριστικώς εις την Μεγίστην αυτού Λαύραν. Η πρωτοφανής απήχησις της ζωής του εις τους πιστούς έσχεν ως αποτέλεσμα την συγγραφήν του Βίου του υπό Κυρίλλου του Σκυθοπολίτου ήδη κατά το 557 μ. Χ.

Εφ΄όσον κατά τους αψευδείς λόγους του Κυρίου Ιησού Χριστού το ποιόν των ανθρώπων γνωρίζεται από τους καρπούς των, η περαιτέρω πορεία της Ιεράς και Μεγίστης του Οσίου Σάββα Λαύρας αποτελεί καρπόν της θεϊκής αρετής του Αγίου και απόδειξιν της δόξης και παρρησίας, ας εύρε πλησίον του Θεού, διά των οποίων σώζει άχρι τούδε το κυριότερον μοναστικόν καθίδρυμα της κατά Ιουδαίαν ερήμου. Αληθώς προκαλούν τον θαυμασμόν, όχι μόνο τα απειράριθμα θαύματα του Οσίου άλλα και η απήχησις της μοναστοκής ζωής της Λαύρας του, η οποία απετέλεσε πρότυπον και καθοριστικόν παράγοντα εις την διαμόρφωσιν της μοναχικής ζωής και της λατρευτικής τάξεως της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας, εκτός του ότι πρόσφερε πληθύν αγίων ανδρών, γνωστών και αγνώστων, ανάμεσον των οποίων διαλάμπει ιδιαιτέρως ο μέγιστος θεολόγος του 8ου αι. Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Η τιμή του Αγίου Σάββα διεδόθη τάχιστα από την Ρώμην ως και τον Καύκασον Γεωργίαν. Οι διάδοχοί του εις την Ηγουμενίαν ανέδειξαν την Λαύραν προπύργιον της Ορθοδοξίας εις την Παλαιστίνην κατά του Ωριγενισμού, Μονοθελητισμού, Εικονομαχίας και Παπισμού με πανορθόδοξον εμβέλειαν. Μετά τους μέσους χρόνους η Λαύρα ανεδείχθη ακόμη και παιδευτήριον της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος, τα μέλη της οποίας ελάμβανον εν τη Λαύρα προπαιδείαν της μοναχικής πολιτείας και πείραν των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Πάντα ταύτα οφείλονται εις την πρεσβείαν και το παράδειγμα του Αγίου Σάββα: « Λαμπρά του πεφωτισμένου πατρός ημών Σάββα τα θεία χαρίσματα, η μέν πολιτεία ένδοξος, ο δε βίος ενάρετος και η πίστις ορθόδοξος. Και τούτο μέν εκ μέρους ήδη διά των ειρημένων απεδείχθη».

Ιερά Λάυρα Σάββα του Ηγιασμένου
Θεόκτιστος Έπαλξις Ορθοδοξίας
1500 έτη
Έκδοσις Ιεράς Λαύρας Σάββα του Ηγιασμένου
Πηγή: http://www.impantokratoros.gr

26/11 Ο Άγιος Στυλιανός προστάτης των παιδιών

 

Ο Άγιος Στυλιανός γεννήθηκε στην Παφλαγονία της Μικράς Ασίας , μεταξύ του 400 και 500 μ.Χ. Ήταν ευλογημένος από την κοιλιά της μητέρας του ακόμη. Όσο μεγάλωνε, τόσο με την Χάριν του Θεού γινόταν κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος.
Από την παιδική του ηλικία έδειξε τα σπάνια προτερήματα της αγιασμένης ζωής του. Αν και ήταν και αυτός παιδί και νέος και έφηβος , μολο­νότι είχε κι εκείνος σάρκα , εν τούτοις δεν άφη­σε τις επιθυμίες να μολύνουν το πνεύμα και την ψυχή του. Ήταν αγνός , αγνότατος. Δεν άφησε επίσης να τον κυριεύσει κανένα γήινο πάθος. Δεν επέτρεψε στα πλούτη και στην φιλοπλουτία να κυριαρχήσουν στην ψυχή του και να την υποτάξουν στην φθορά και στην απώλεια.

Με την δύναμη και την Χάρη του Θεού πολέ­μησε όλα τα δολώματα της φθαρτής και πρόσκαι­ρης ζωής. Φιλοσόφησε με την αληθινή σοφία του Θεού και είδε πόσο πρόσκαιρος και τιποτένιος είναι ο υλικός τούτος κόσμος. Αποφάσισε έπειτα να βαδίσει με την επιθυμία της ψυχής του. Η ψυχή του τον καλούσε σε αγώνες ηθικούς και ωραίους. Τον καλούσε στην άσκηση της αρε­τής. Του έδειχνε τον δύσκολο και δύσβατο δρόμο της αιωνίας ζωής, της παντοτινής ευτυχίας.

H αγνή και πιστή καρδιά του υπάκουσε στην φωνή της ψυχής του. Και η πρώτη ενέργεια του ή­ταν να πουλήσει την περιουσία του και να την μοιράσει στους φτωχούς της Εκκλησίας. Και όταν δεν του είχε απομείνει τίποτε πια από την πατρική κληρονομία , γεμάτος ανακούφιση και χαρά , είπε:
«Πέταξα μια βαρειά άγκυρα , που με κρατού­σε δεμένο κοντά στις επιθυμίες του φθαρτού σώ­ματος. Πέταξα από πάνω μου την φθορά και την απώλεια. Τώρα ανοίγεται μπροστά μου πιο ευδιά­κριτος ό δρόμος της αληθινής ζωής. Απαλλαγμέ­νος, λοιπόν, ο Αγιος από τα φθαρτά, αλλά και συγχρόνως με ευτυχισμένη την καρδιά του, διότι μοίρασε τα πλούτη του σε φτωχούς δυστυχισμένους και σε θεάρεστα άλλα έργα , σκέφτεται πως θα ζήσει τιμιότερα και αγιώτερα τη ζωή του.

Πόσο ανώτερον κάμνει τον άνθρωπο η διδα­σκαλία του Χριστού , από τη διδασκαλία των φιλο­σόφων! Αυτό το βλέπωμε, εάν συγκρίνωμε την πράξη αυτή του Αγ. Στυλιανού με εκείνο που έκανε ένας αρχαίος φιλόσοφος, Κράτης ονόματι. Και εκείνος κατάλαβε ότι ο πλούτος είναι τύραν­νος. Τον δουλεύει ο άνθρωπος σαν αφεντικό του. Εί­ναι σκλαβωμένος ο άνθρωπος στον πλούτο του και είναι δεμένος. Δεν είναι ελεύθερος. Γι´αυτό και αυτός πήρε τα χρήματα του , ανέβηκε σ´ έναν πα­ραθαλάσσιο βράχο και από εκεί τα πέταξε στη θάλασσα , φωνάζοντας συγχρόνως: «Κράτης Κράτη τα ελεύθεροι». Εγώ δηλ. ο Κράτης με το να πετά­ξω τα λεφτά μου στη θάλασσα ελευθερώνω τον Κράτητα , τον εαυτόν μου.

Κι' o Κράτης ελευθερώθηκε μεν από τα χρή­ματα του , αλλά δέθηκε περισσότερο από τον εγωι­σμό του. Πέταξε τα χρήματα του για να του πούνε ένα «μπράβο». Οι οπαδοί του Χριστού όμως τα απο­χωρίζονται , και συγχρόνως κτυπούν τα πάθη τους και κυρίως τον εγωϊσμόν. Αγωνίζονται να ελευθε­ρωθούν από το τυραννικόν πάθος του εγωισμού , διότι και η φιλοπλουτία είναι παιδί του εγωισμού. Για να απαλλαγούν όμως από τα πάθη και τον εγωϊσμόν αρχίζουν ισόβιο αγώνα, έχοντας συγχρό­νως και τη Θεία Χάρη βοηθόν.

Ο Κράτης ένας ήταν αν που το έκαμε αυτό οδη­γούμενος από τη φιλοσοφία, οι Χριστιανοί όμως που το πετυχαίνουν εφαρμόζοντας την διδασκαλία του Χριστού είναι εκατομμύρια. Πράγματι σε κά­θε γενιά πόσα εκατομμύρια εγκαταλείπουν τα εγ­κόσμια και ζουν θεληματικά φτωχοί. Ένα από τα τρία προσόντα του μοναχού είναι η ακτημοσύνη. Όλα τα πλήθη των μοναστών «αποθέτουν πάντα όγκον» όχι για ένα κούφιο μπράβο , αλλά για να αποκτήσουν την Βασιλείαν του Θεού. Δίνουν τα γήινα και παίρνουν τα επουράνια. Δίνουν τα ρέοντα και παίρνουν τα μόνιμα και παντοτεινά. Αποθέτουν το βάρος του πλούτου για να μπορούν ελεύθεροι να τρέχουν για να εισέλθουν στην Βασιλείαν του Θεού. Έχουν υπ´όψει τους το «ως δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την Βασιλείαν του Θεού», που είπε ο Κύριος. Πόσο λοιπόν ανώτερη είναι η διδασκαλία του Χριστού από την φιλοσοφίαν των ανθρώπων.

Με μοναδική πλέον περιουσία τα ενδύματα του, αρχίζει ένα σκληρό και αγωνιστικό στάδιο σύμφωνα με την διδασκαλία του Ιησού Χριστού. Αφού, λοιπόν, με τις ευεργεσίες του, ανέβασε ο μακάριος Στυλιανός τον γήινο θησαυρό του στους ουρανούς, και τον ασφάλισε, πήγε σε ένα μονα­στήρι και ντύθηκε το μοναχικό σχήμα. Από τη στιγμή εκείνη καμμιά γήινη σκέψη, καμμιά υλική παρένθεση δεν μπορεί να τον απομακρύνει από την πίστη του και την προσευχή του. Τίποτε άλλο δεν φροντίζει και τίποτε άλλο δεν επιδιώκει, παρά μονάχα ό,τι είναι αρεστό στο άγιο θέλημα του Θεού. Αγωνίζεται πως να αρέσει στον Κύριο, πως να τελειοποιήσει την ψυχή του, πως να κερδίσει τον Παράδεισο. Καμμιά δική του θέληση , που αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού , δεν βρίσκει θέση στην ζωή του. Η αυστηρή ασκητική του ζωή είναι απερίγρα­πτη. Η αγιότης του αρχίζει να αστράφτη. Η ταπει­νοφροσύνη του λαμποκοπάει. Η αγνότης του θαμ­πώνει. Η νηστεία του είναι αυστηρότατη. Η προσευ­χή του αληθινή επικοινωνία με τον Θεό.

  


Οι αγρυ­πνίες του είναι θαυμαστές. Τρεις στόχους έβαλε για σκοπό του να επιτύχει ως μοναχός: την ακτημοσύνη , την αγνότητα και την υπακοή. Τους τρεις αυτούς στόχους τους πέτυχε. Και στις τρεις αυτές αρετές πήρε, σαν να πούμε , άριστα ο Αγιος Στυλιανός. Την ακτημοσύνην του την είδαμε. Δεν κράτη­σε για τον εαυτό του από την περιουσία του τίπο­τε απολύτως. Ούτε φρόντισε ν' αποκτήσει ποτέ στη ζωή του κάτι τι και αυτός. Έζησε με φτώχεια και τελεία ακτημοσύνη.

Την αγνότητα του επίσης και την ηθικότητα του την κράτησε πολύ ψηλά. Κρατούσε την ψυχή του καθαρή «από παντός μολυσμού σάρκας και πνεύματος». Αγωνιζότανε στις επιθέσεις του ε­χθρού να μη τον αγγίξει η βρωμερή αμαρτία. Στο μυαλό του στριφογύριζαν πάντα τα λόγια τού Κυρίου μας που είπε: «Μακάριοι οι κα­θαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται. Ευτυχισμένοι δηλαδή και καλότυχοι είναι όσοι έχουν καθαρή την καρδιά τους από τη βρώμα της ανηθικότητος διότι αυ­τοί θ' αξιωθούν να δούνε το Θεό στη Βασιλεία των Ουρανών. Η υπακοή του στο Γέροντα του και τους άλ­λους ήταν παραδειγματική. Αγωνίστηκε σκληρά νά κόψει «το δικό του θέλημα», που στηρίζεται στον εγωισμό. Είναι πολύ δύσκολο να κόψη κανείς το θέλημα του. Αυτό το ξέρουν όσοι αγωνίζονται τον πνευματικόν αγώνα. Ο Αγιος Στυλιανός πολέμησε στο Μοναστήρι εκείνο σκληρά εναντίον των τριών εχθρών , της σάρκας , του κόσμου και του διαβόλου. Για να καταβάλει τον καθένα από αυτούς χρειάσθηκε πόλεμος πολυχρόνιος, σκληρός και ανύστακτος. Στις τρεις αυτές λέξεις κρύβονται ηρωισμοί και παλαίσματα υπεράνθρωπα.


Έτσι ο Αγιος Στυλιανός αποδεικνύεται λαμπρό αστέρι της ασκητικής ζωής.
Γίνεται παράδειγμα σε νεότερους και παλαιότερους. Όλοι τον θαυμάζουν και τον προβάλλουν σαν παράδειγμα. Τον έχουν σαν πρότυπο μιμήσεως.
Άλλα η αυστηρότης εκείνη του ασκητικού βίου δεν του είναι αρκετή , θέλει να πλησιάσει περισσότε­ρο στην τελειότητα. Επιθυμεί, τώρα την πλήρη μόνωση τον αυστηρότατο ασκητισμό: τον αναχωριτισμό. Αποχαιρετάει τους αδελφούς μονα­χούς στο Μοναστήρι και αποσύρεται ο Αγιος μακρυά σε έρημο και ακατοίκητο μέρος. Εκεί στην έρημο κατασκηνώνει σ' ένα σπήλαιο.

Το νέο στάδιο της ασκητικής του ζωής είναι ουράνιας τελειότητος. Οι μέρες και οι νύχτες του κυλούν με λογισμούς, με σκέψεις και προσευχές για τον Τρισυπόστατο Θεό. Ψάλλει ολόψυχα το μεγαλείο του Θεού. Υμνεί την Αγία Τριάδα. Ζει ενωμένος με τον Θεό! Τίποτε δεν διασπά την θεϊκή του γαλήνη.
Όλα όσα βρίσκονται γύρω του και όσα προβάλλουν στον μακρυνό του ορίζοντα δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αποδείξεις του Δημιουργού. Μελέτα τα δημιουργήματα του Θεού και δυναμώνει πιο πολύ η πίστη του. Νοιώθει καλά εκείνο που λέγει ο Απόστολος Παύλος «Τα γάρ αόρατα του Θεό ο τοις ποιήμασι νοούμενα καθο­ράται ή τε αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης».

Ο σημερινός άνθρωπος , δεν έχει την ευκαιρία να βλέπει τα έργα το Θεό , που τον βοηθούν στο να πιστεύει στο Θεό. Ζεί χωμένος μέσα στις τερά­στιες πόλεις , μέσα στις πελώριες πολυκατοικίες ή στο θόρυβο των εργοστασίων. Απομακρύνθηκε έ­τσι από τη φύση , απομακρύνθηκε από τα δημιουρ­γήματα του. Βλέπει περιωρισμένα τα δικά του δη­μιουργήματα μόνον. Γι´αυτό απομακρύνεται από τον Θεό και λιγοστεύει η πίστη του συνεχώς.
Οι αστρονόμοι , οι οποίοι παρατηρούν συνεχώς τα ουράνια σώματα , τα πολυάριθμα άστρα , τα έρ­γα του Θεό , είναι ευσεβείς και θεοφοβούμενοι. Ο μεγάλος αστρονόμος Κέπλερ , όταν άκουε το όνο­μα του Θεού , σηκωνόταν όρθιος και έβγαζε το καπέλλο του.

Και ο ερημίτης Στυλιανός εκεί στην ησυχία της έρημου είχε τον καιρόν να παρατηρεί τα δημι­ουργήματα του Θεού και να φιλοσοφεί επάνω σ' αυτά. Έβλεπε τον Δημιουργόν σε όλα, διότι εσκέπτετο, ότι ήταν αδύνατον να γίνει μόνος του αυτός ο τρισμέγιστος κόσμος, τόσον ωραίος , σκόπιμος και αρμονικός. Έβλεπε τον Θεόν στα απειροπληθή άστρα του ουρανού, που στροβιλίζονται στο αχανές διάστημα με τόση ταχύτητα, αλλά και ακρίβειαν.
Έβλεπε τον Θεό στον γίγαντα της ημέρας τον ήλιο ο οποίος με το να κρατεί κανονική απόστασιν από την Γή, δίδει με την θερμότητα του ζωή στους ανθρώπους, τα ζώα και σ' όλην την γύ­ρω φύση. Έβλεπε τον Θεό στο νεράκι που κελλάριζε στις βρυσούλες του βουνού και τον δρόσιζε. Σκεφτόταν ότι το νερό αυτό ήταν κάτω στις θάλασσες και τους ωκεανούς και όμως η πανσοφία και παντοδυ­ναμία του Θεού το ανεβάζει στο βουνό. Το εξατμί­ζει , το κάνει αραιότατο και ανάλαφρο σύννεφο. Το μεταφέρει με τον αέρα στα βουνά, το κάνει ψηλή βροχούλα, το ραντίζει σε όλο το πρόσωπο της γης και την ποτίζει. Το εναποθηκεύει στα σπλάχνα των ορέων σε τεράστιες αποθήκες και το δίδει λίγο - λί­γο στις βρυσούλες , που τρέχουν συνεχώς! Έβλεπε τον Θεό στα αναρίθμητα ζώα τα μι­κρά και τα μεγάλα , που δημιούργησε ο Θεός «κατά γένος και κατά είδος». Κοίταζε την ποικιλίαν των δένδρων και των φυτών και σκεφτόταν, αν δεν τα έφτιαχνε αυτά ο Θεός , θα ήταν αδύνατον η ζωή των ανθρώπων και των ζώων. Διότι όλα αυ­τά τρέφονται από το φυτικόν βασίλειον.

      Τα έβλεπε όλα αυτά και αναφωνούσε με τον Δαυίδ: «Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού ποίησιν δέ χειρών αυτού αναγγέλλει το στερέωμα». Ξεσπού­σε κατόπιν σε δοξολογία, λέγοντας: «Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε! Πάντα εν σοφία εποίησας. Επληρώθη η γη της κτίσεως Σου»!
Δύο βιβλία διάβαζε συνεχώς στην έρημο: το βιβλίο της φύσεως και το βιβλίον της Αγίας Γραφής. Η καρδιά του , η διάνοια του , η ψυχή του , όλη η ύπαρξης του είναι ολόθερμα δοσμένη στον Θεό. Θείο και ιερό ρίγος διαπερνά την ασκητική σάρκα του , καθώς η ψυχή του εμβαθύνει στο κάλ­λος της θείας Δημιουργίας. Το άγιο πάθος της αγάπης του οσίου Στυλια­νού προς το πανάγιο Όνομα του Θεού τον συγκλο­νίζει. Όλη η δύναμη του είναι συγκεντρωμένη στη θεία αυτή αγάπη. Εγκαταλείπει έτσι ο Αγιος το σαρκικό εγώ του. Παύει να φροντίζη για την τροφή του. Γίνεται όλος ακμή πνεύματος και ψυχής. Μπορεί να πει και αυτός «ζω δε ουκέτι εγώ, η δε εν εμοί Χριστός». Τρεφόταν με χόρτα της ερήμου. Και όταν δεν υπήρχαν αυτά, ο Θεός δεν τον άφηνε. Ο Θεός, που θαυματουργεί δια τους Αγίους και μέσω των Αγίων, δεν άφηνε τον σεβάσμιο όσιο να εξαντληθεί από την πείνα. Τον κράτησε στην ζωή στέλνοντας του τροφές με τους αγγέλους, όπως έστελνε και στους άλλους Αγίους, στον Προφήτη Ηλία, τον Άγιο Μάρκο τον Αθηναίο τον φιλόσοφο και λοιπούς.

Πολλά χρόνια έζησε τη σκληρή ζωή του αναχωρητού. Πάλεψε στην έρημο επί δεκαετίας ολό­κληρες σκληρά με τον διάβολο και τον εαυτό του. Πάλεψε να ξεριζώσει τα πάθη του , να από­κτησει τις αρετές και να φθάσει στην αγιότητα που θέλει ο Θεός, ο Οποίος είπε: «γίνεσθε Άγιοι , ότι Εγώ Αγιος ειμί».
Ο Δημιουργός ήθελε να ζήσει ακόμη ο Αγιος Στυλιανός , για να λαμποκοπάει με την αρετή του και να παραδειγματίζει με την αυστηρότητα της ασκητικής του ζωής. Ήθελε η έμψυχος εκείνη στήλη της εγκράτει­ας , ο φωτεινός λύχνος της ερήμου , να λάμψει σ' όλα τα πέρατα της γης. Ήθελε ο Θεός να φανούν οι ποικίλες αρετές του. Ο λύχνος όμως πρέπει να βρίσκεται ψηλά , για να φέγγει σ' όλους και όχι να κρύβεται και να χά­νεται η λάμψη του. Έτσι και εκείνοι , που φεγγο­βολούν με τις αρετές τους , τους φανερώνει ο Θεός για να γίνονται φως στο δρόμο της ζωής των άλ­λων. Έτσι και ο Αγιος Στυλιανός , αφού με τους σκληρούς ασκητικούς αγώνας του στολίστηκε με τις αρετές και ήταν σαν λαμπάδα , με το γλυκό και ζεστό φως , αφού έφθασε σε ύψη δισθεώρητα αρε­τής, μπορούσε να χύσει στο λαό το ιλαρό φως της αγιότητός του , προς δόξαν Θεού και σωτηρίαν αν­θρώπων. Ο δίκαιος Θεός θα έδειχνε ακόμη στον κόσμο πως αντιδοξάζει εκείνους , που λατρεύουν το όνο­μα Του και Τον δοξάζουν.

Διαδόθηκε , λοιπόν, η φήμη του Αγίου Στυλια­νού παντού. Πλήθος κόσμου από διάφορα μέρη συνέρρεαν μ' ευλάβεια προς τον Άγιον για να θαυ­μάσουν την αγιότητα του και ν' αποκομίσουν ψυχι­κά και σωματικά αγαθά. Η αγία του μορφή , τα σοφά του λόγια , οι προτροπές του άλλαξαν την ζωή πολλών ανθρώπων. Πολλοί ήταν εκείνοι που γοητευμένοι από την ασκητικότητα του , εγκατέ­λειπαν τον κακό εαυτό τους και μετανοούσαν και αναγεννιόνταν ψυχικά. Συγκινητικές ήταν οι εκδηλώσεις των Χριστια­νών που τον επισκέπτονταν στην έρημο , εκεί στο ασκητήριο του. Ήξερε να γαληνεύει τις ταραγμένες ψυχές. Κοντά του έτρεχαν και άλλοι ασκητές για να ενι­σχυθούν με τα λόγια του και την λάμψη του στο σκληρό ασκητικό βίο. Εγνώριζεν ο Αγιος Στυλιανός , ότι για να κερδίσει κανείς την Βασιλεία των Ουρανών πρέπει να έχει την ψυχή του , σαν την ψυχή των μικρών παι­διών. Του έκαναν εντύπωση τα λόγια του Κυρίου: «Εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία ου μη εισέλθητε εις την Βασιλείαν των Ουρα­νών». «Των γαρ τοιούτων εστίν, η Βασιλεία του θεού», των μικρών παιδιών δηλαδή που είναι αθώα. Ήξερε, ότι τα παι­διά έχουν αγγελικές ψυχές. Το κτυπάει ο πατέρας του και πάλι πηγαίνει σ' αυτόν. Τον κτυπάει ο φί­λος του και δεν του κρατάει κακία , αλλά σε λίγο πάλιν παίζουν μαζί. Ενώ οι μεγάλοι το κρατούν σαν κα­μήλα μέσα τους. Γι´αυτό ήθελε να τα βοηθάει, να τα προστατεύει τα παιδιά. Και στην αγία του εκείνη επιθυμία ο Παντο­γνώστης Θεός του έδωσε την Χάρη Του, να μπορεί να κάνει θαύματα.

Ο Θεός βράβευσε το ιερό του αίσθημα και του έδωσε την θαυματουργική δύναμη να θεραπεύει τα ασθενεί παιδιά. Μητέρες από κον­τινά και μακρινά μέρη, με φορτωμένα στους ώμους ανάπηρα και άρρωστα παιδιά έτρεχαν , με πόνο καί πίστη, κοντά στον Άγιο για να ζητήσουν την θεραπείαν των παιδιών τους. Μέρες ολόκληρες βάδιζαν μέσα σ' έρημα μέρη για να βρουν την δοξασμένη από τον Θεό ασκη­τική σπηλιά του Αγίου Στυλιανού. Και όταν έφθασαν εκεί, με δάκρυα στα μάτια έπεφταν στα πόδια του Γέροντα ασκητή, δόξαζαν τον Θεό, που τον συνάντησαν και τον παρακαλού­σαν να γιατρέψει τα παιδιά τους. Ο Αγιος Στυλιανός γεμάτος καλωσύνη και συμπόνοια έπαιρνε τ' άρρωστα νήπια στα χέρια του και με μάτια δακρυσμένα παρακαλούσε το Θεό να τα γιατρέψει. Ο Δεσπότης των Ουρανών άκουγε την ολόψυ­χη προσευχή του και ο Αγιος θαυματουργούσε. Παιδιά άρρωστα εύρισκαν την υγειά τους.

Πα­θήσεις διαφόρων ειδών εξαφανίζονταν. Μπροστά στη δύναμη του Θεού καμιά αρρώστια δεν μπο­ρούσε ν' αντισταθεί. Μανάδες έκλαιγαν από χαρά έξω από το ασκητήριο του. Και άλλες καταφιλούσαν με σεβα­σμό και ευγνωμοσύνη το χέρι του Αγίου γέροντα , δοξάζοντας τον Θεόν. Δοξολογούσε κι' εκείνος ακατάπαυστα το Άγιο Όνομά Του και τον ευχαριστούσε για τα θαύ­ματα αυτά , που τον αξίωνε να κάνει. Έπειτα γεμάτος στοργή κοίταζε τα αθώα πλασματάκια που είχαν λυτρωθεί από την αρρώστια. Ένα γλυκό χαμόγελο , χαμόγελο αγγελικό άνθιζε στο πρόσωπο του σεβασμίου ασκητού. Τα θαύματα όμως αυτά γινόταν γνωστά σ' όλα τα μέρη και κόσμος πολύς έτρεχε στον Άγιο Στυλιανό για να τον παρακαλέσει να γιατρέψει από κάποια ασθένεια τα παιδιά του.

Έτσι δόξαζε ο Αγιος Θεός το όνομα του ο­σίου Στυλιανού που αφιέρωσε την ζωή του για την δό­ξα του Θεού. 'Αλλά δεν ήταν μόνο τα θαύματα της θεραπεί­ας των παιδιών που δόξαζαν το όνομα του ταπει­νού Αγίου Στυλιανού. Ο Αγιος απέκτησε φήμη ως θαυματουργού, διότι έκανε τους άτεκνους εύτεκνους, με την προσ­ευχή του. Με την προσευχή του Αγίου Στυλιανού πολλές στείρες τεκνοποιούσαν. Πολλοί πιστοί Χριστιανοί με την ευλογία του, αν και ήταν άτεκνοι πρωτύτερα , απέκτησαν ωραία και γεμάτα υγεία παιδιά.

Πολλοί μάλιστα καλοί Χριστιανοί και μετά την κοίμηση του, επικαλούμενοι το όνομα του Αγίου και ζωγραφίζοντες σαν τάμα την εικόνα του , α­πέκτησαν παιδιά, αν και είχαν χάσει την ελπίδα πια να τεκνοποιήσουν.

Εν' τω μεταξύ απ' όλα τα μοναστήρια πήγαι­ναν στον γέροντα ασκητή για να ευφρανθούν κον­τά του , το άρωμα της αγιότητας του. Μοναχοί και ασκητές ζητούσαν από τον Άγιο δάσκαλο συμβουλές , για το πως πρέπει να αντιμε­τωπίζουν τους πειρασμούς και πως να επιβάλλουν την γαλήνη στα κοινόβια τους. Όλοι τον έβλεπαν σαν πρότυπο αγίας ασκητι­κής ζωής. Η προσωπικότητα του ήταν γεμάτη τα­πεινοφροσύνη και άστραφτε από ουράνιο κάλλος.
Και εκείνος ακούραστος με αγγελική γαλήνη τους δίδασκε , τους καθοδηγούσε , τους γέμιζε την καρδιά , τους στερέωνε στην πίστη , τους διέλυε τις αμφιβολίες. Ειρήνευε με τις συμβουλές του από μακριά όσα μοναστήρια είχαν εσωτερικές διχόνοιες. Έτσι έζησε κι έτσι δόξασε το όνομα του Θεού και δοξάσθηκε από τον Ουράνιο Πατέρα ο Αγιος Στυλιανός. Όταν έφθασε σε βαθειά γεράματα , έστειλε ο Θεός τους Αγγέλους Του και πήραν την αγίαν του ψυχή , για να την αναπαύσουν από τους πολύ­χρονους κόπους , τις στερήσεις και την σκληρότητα της ασκητικής ζωής. Κοιμήθηκε , λοιπόν, ο Αγιος πλήρης ημερών και αρετών.

Που τον έθαψαν , δεν γνωρίζουμε , ούτε διεσώθηκαν άλλα στοιχεία από την κουρασμένη και αγιασμένη ζωή του. Εμεινε όμως το όνομα του. Τον σέβεται και τον τιμά όλη η Ορθόδοξη Χριστιανωσύνη. Τον επικαλούνται στις ανάγκες τους και προπάντος για τα άρρωστα παιδιά τους. Κτίζουν στο όνομα του μεγαλοπρεπείς Ναούς. Στην Αθήνα υπάρχουν τουλάχιστον δύο Ναοί του Αγίου Στυλιανού στον Γκύζη και στον Καρρέα. Τα θαύματα του Αγίου συνεχίζονται και μετά την κοίμηση του. Και σήμερα ο Αγιος Στυλιανός εξακολουθεί να είναι προστάτης των παιδιών. Λένε μάλιστα, ότι από την λέξη «στυλώνει» που σημαίνει «στηρίζει τη υγεία των παιδιών».

Ο Αγιος εικονογραφείται με ένα νήπιο σπαργανωμένο στην αγκαλιά του που συμβολίζει , ότι είναι ο προστάτης των νηπίων. Η μνήμη του Αγίου Στυλιανού εορτάζεται στις

Επίλογος
Οπως είδαμε ο Αγιος Στυλιανός είναι προ­στάτης των μικρών παιδιών. Και είναι αλήθεια, ότι οι γονείς τρέχουν στον Αγιο να τα θεραπεύσει από τις διάφορες ασθένειες του σώματος. Δεν τρέ­χουν όμως στον Άγιο να τα προστατέψει και από τις ασθένειες της ψυχής. Τα παιδιά πάσχουν από ελαττώματα και πά­θη. Είναι κακοκέφαλα και ατίθασα, νευρικά και ανάποδα. Τα επηρεάζει ο Σατανάς και τα παρακι­νεί στο κακό και την αμαρτία. Τα κάνει αγνώρι­στα στο σπίτι. Κινδυνεύουν επίσης τα παιδιά από τους κακούς και φαύλους ανθρώπους, καθώς και από τις κακές παρέες. Παρασύρονται και παίρ­νουν τον κακό δρόμο.

Αι λοιπόν, σ' αυτές τις περιπτώσεις πρέπει οι γονείς να καταφεύγουν στον Άγιο Στυλιανό. Είναι πρόθυμος να τα βοηθεί , να τα προστατεύει και να τα θεραπεύει όχι μόνον σωματικά, άλλα και ψυ­χικά , αρκεί φυσικά να κάνει και εκείνος που τον παρακαλεί το καθήκον του. Αλλά και εκτός της ειδικής αυτής περιπτώσε­ως , η ζωή του μας καλεί και εμάς να εργασθούμε τα έργα της ευσέβειας, της σωφροσύνης, της δικαι­οσύνης , της ελεημοσύνης. Μας καλεί στην θερμή πίστη , αν θέλουμε να δούμε Θεού πρόσωπο κατά την ημέρα της Κρίσεως. Μας καλεί να ζήσωμε με έργα το θέλημα του Θεού για να παραλάβουν και τη δική μας την ψυχή οι άγγελοι και να την οδηγή­σουν στην αιώνια ευτυχία και μακαριότητα των Ουρανών !!! ΑΜΗΝ !!!

 Από το βιβλίο: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ"
του Αρχ. Χαράλαμπου Δ. Βασιλόπουλου
Εκδόσεις: Ορθόδοξου Τύπου

5/12 Ο βίος του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου

Ο Άγιος Σάββας ο Ηγιασμένος εορτάζει στις 5 Δεκεμβρίου

Καταγωγή και παιδική ηλικία
Στο χωριό Μουταλάσκη, κοντά στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, κατά το έτος 439 έφεραν στο φως της ζωής τον Σάββα, οι «χριστιανοί και ευγενέστατοι» γονείς του Ιωάννης και Σοφία, που διακρίνονταν για την ευσέβειά τους. Ήταν μόλις πέντε χρονών, όταν οι γονείς του μετοίκησαν στην Αλεξάνδρεια, αφήνοντας το γιο τους στο θειο του Ερμεία, φοβούμενοι «το μήκος της οδού». Επειδή όμως η γυναίκα του Ερμεία ήταν δύστροπη και στενοχωρούσε με τη συμπεριφορά της το παιδί, ο θειος το έδωσε στον αδελφό του Γρηγόριο, στο σπίτι του οποίου βρήκε σχετική ηρεμία, παρόλο που οι δύο θείοι δεν έπαυσαν να φιλονικούν μεταξύ τους, για το ποιος «είναι κύριος αυτού», επειδή υπέβλεπαν την αξιόλογη περιουσία που είχαν αφήσει στον Σάββα οι γονείς του στη Μουταλάσκη.

Καθώς μεγάλωνε το παιδί, διδάχθηκε τα γράμματα δείχνοντας ζηλευτή επιμέλεια, ενώ διακρινόταν για το ήθος και τη διαγωγή του. Τον ελεύθερο χρόνο πήγαινε στην εκκλησία και διακονούσε τον ιερέα, προσευχόταν με κατάνυξη, βίωνε την ιερή επιβλητικότητα και μεταρσίωνε νου και καρδιά προς τα άνω. Σταδιακά μάλιστα άρχισε να κυριεύεται από διάπυρο πόθο να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή, απαρνούμενος τα εγκόσμια. Πλην της εσωτερικής κλίσεως που ένιωθε γι' αυτό, δύο ακόμα λόγοι τον παρακινούσαν να πάρει τη σχετική απόφαση: Οι φιλονικίες των δύο θείων του και το γεγονός ότι για αρκετά χρόνια δεν είχε ειδήσεις για τους γονείς του. Έτσι όταν ανακοίνωσε στο θειο του Γρηγόριο την επιθυμία να μονάσει, εκείνος πρόθυμα συμφώνησε, και για να απαλλαγεί από την οποία ευθύνη της προστασίας του και για ιδιοτελείς λόγους.

Στη Μονή των Φλαβιανών και τους Αγίους Τόπους
Ο νέος ακόμη κατά την ηλικία αλλά φιλοσοφημένος κατά τον βίο Σάββας, «υπεριδών αθρόον πλούτου, συγγενών, χρημάτων και των άλλων», όσα έθελγαν κατεξοχήν τις ψυχές των συνομηλίκων του, οδήγησε τα βήματά του στη Μονή των Φλαβιανών, που βρισκόταν σε απόσταση είκοσι περίπου σταδίων (3.700 μέτρα) από τη Μουταλάσκη. Από την πρώτη στιγμή επέδειξε υπακοή, εργατικότητα, ευσέβεια, ταπεινοφροσύνη και ιλαρότητα, ενώ ταυτόχρονα ασκήθηκε στην εφαρμογή των μοναχικών κανόνων και καλλιέργησε την ψαλτική τέχνη, προκύπτοντας κατά Θεόν. Ιδιαίτερη προσπάθεια κατέβαλε για ν' αποκτήσει την εγκράτεια και την αποχή από ότι «γλυκαίνει τον φάρυγγα και την ευπάθεια και θεραπεία της κοιλιάς», όπως μαρτυρεί και το επόμενο περιστατικό:

Εργαζόταν κάποτε στον κήπο του Μοναστηριού, όταν πρόσεξε κάποια ωραία μήλα που κρέμονταν από τις μηλιές και του άνοιγαν την όρεξη ώστε να τα φάει πριν την ώρα τους.
Νικήθηκε λοιπόν από την ωραία όψη τους γιατί κι αυτός άνθρωπος ήταν και είχε ανθρώπινες επιθυμίες και έκοψε ένα μήλο. Αμέσως όμως συνειδητοποίησε την παγίδα του πονηρού, ο οποίος, όπως το συνηθίζει, προτάσσει σαν δέλεαρ την ευχαρίστηση, πράγμα που έπραξε και όταν με την ευχαρίστηση από τη βρώση του μήλου έκανε να χάσουν οι Πρωτόπλαστοι τον παράδεισο, με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν τόσα δεινά. Καθώς σκέφθηκε όλα αυτά, πέταξε κάτω το μήλο και το πάτησε με τα πόδια του, «συμπατεί μετά του μήλου και την επιθυμίαν», βάζει δε εφόρου ζωής κανόνα να μη φάει ποτέ μήλο, ούτε να επιτρέψει παρόμοιες ορέξεις στην κοιλιά του!

Αφού έμεινε όχι μεγάλο διάστημα στη Μονή των Φλαβιανών, όπου όμως έθεσε τις στέρεες βάσεις της μετέπειτα ηθικής του ζωής, το 456, σε ηλικία 18 ετών, πήγε στα Ιεροσόλυμα. Αρχικά έμεινε λίγο στη Μονή του Πασσαρίωνος. Κατόπιν προσήλθε στον Μέγα Ευθύμιο και τον παρακάλεσε να τον δεχθεί μεταξύ των συμμοναστών του.
Η απάντηση του μεγάλου αυτού ασκητού και καθηγητού της ερήμου ήταν χαρακτηριστική: «Τέκνον, δεν νομίζω πως είναι σωστό σε τόσο νεαρή ηλικία να μένεις σε λαύρα (κοινόβιο) διότι ούτε η λαύρα ωφελείται να περιλαμβάνει στους κόλπους της νέο στην ηλικία μοναχό, ούτε ο νέος να βρίσκεται μεταξύ αναχωρητών πήγαινε λοιπόν, τέκνο μου, στην κάτω Μονή, κοντά στον αββά Θεόκτιστο, όπου σίγουρα θα ωφεληθείς πολύ». Προέβλεψε μάλιστα ο άγιος Ευθύμιος «το μέγα εν τω μέλλοντι στάδιον του νεαρού μοναχού».

Στο κοινόβιο του αγίου Θεοκτίστου, αφού έγινε δεκτός, εγκαταβίωσε επί δέκα έτη, ασκούμενος με αξιομίμητη επιμονή, «κόπω μεν σωματικώ διημερεύων», διανυκτερεύοντας και δοξολογώντας τον Θεό, έχοντας ως ρίζα και θεμέλιο της ζωής του την ταπεινοφροσύνη και την υπακοή, πηγαίνοντας στην Εκκλησία πρώτος και αποχωρώντας τελευταίος.
Οι πνευματικοί αυτοί αγώνες εντυπωσίασαν ακόμα και τον Μέγα Ευθύμιο, ο οποίος αποκαλούσε τον άγιο Σάββα «παιδαριογέροντα» (δηλ. παιδάριο, νεαρό, με φρόνηση και σύνεση γέροντος), ενώ απέσπασαν και τον θαυμασμό όλων των συνασκητών του.

Κατά το δέκατο έτος από την είσοδό του στη Μονή του αββά Θεοκτίστου και με την άδειά του συνόδεψε ένα μοναχό, τον Ιωάννη, στην Αλεξάνδρεια όπου συνάντησε και τους γονείς του. Αυτοί προσπάθησαν να τον κρατήσουν κοντά τους, αλλά ματαίως. Ο μακάριος ασκητής αφού τους αποχαιρέτησε με συγκίνηση, επέστρεψε στον τόπο όπου αναπαυόταν πνευματικά η ψυχή του. Τότε μάλιστα εκπληρώθηκε και η επιθυμία του να τεθεί κάτω από την καθοδήγηση τού Μεγάλου Ευθυμίου, αφού ο διδάσκαλος αυτός των μοναχών τον δέχθηκε στη Λαύρα του. Επιτέλους ο ασκητής είχε την ευκαιρία να παρακολουθεί τον σοφό Γέροντα, να ακούει τα λόγια του, να μελετά τις εκφράσεις, τη στάση, την καλοκαγαθία και την κατάνυξη, προσπαθώντας μάλιστα να γίνει μιμητής του.

Ιδρυτής και ηγούμενος Μονής
Λίγα χρόνια αργότερα απεδήμησε προς Κύριον ο Μέγας Ευθύμιος. Ο άγιος Σάββας, ιδιαίτερα λυπημένος για το γεγονός, αναζήτησε νέα ασκητικά πρότυπα αρετής, αρχικά στην έρημο του Ιορδάνη. Πορευόμενος προς αυτήν συνάντησε ομάδα τεσσάρων βαρβάρων πολεμιστών, ταλαιπωρημένων από την κούραση και την πείνα. Αφού τους πλησίασε, τους πρόσφερε με αγάπη ότι φαγώσιμο είχε μαζί του, γεγονός που εντυπωσίασε εκείνους. Αργότερα, όταν ξανασυναντήθηκαν, αυτοί του ανταπέδωσαν την καλοσύνη, δίδοντάς του άρτους και χουρμάδες. Καθώς εκείνοι αποχώρησαν, ο άγιος Σάββας αναστενάζοντας μονολόγησε, όπως μας παραδίδει ο βιογράφος του: «Αλίμονο, ψυχή μου! Οι βάρβαροι αυτοί, τη μικρή μου ευεργεσία δεν την ξέχασαν κι έσπευσαν με φιλοτιμία να την ανταποδώσουν. Εμείς όμως, ενώ δεχόμαστε τόσες ευεργεσίες και αγαθά από τον Δημιουργό μας, δεν κάνουμε τίποτε ώστε να του δείξουμε την ευγνωμοσύνη μας με την εφαρμογή των εντολών του. Άραγε τι θα απολογηθούμε; Ποιά συγγνώμη θα ζητήσουμε;». Με τις σκέψεις αυτές κατανυσσόταν η ψυχή του για πολλές ημέρες.

Αφού έμεινε για σύντομο διάστημα στο κοινόβιο του Θεοκτίστου, κατόπιν και για μια πενταετία διέτριψε σ' ένα κοντινό σπήλαιο, ασκούμενος σκληρά, με την άδεια του νέου ηγουμένου Λογγίνου. Στο κοινόβιο κατέβαινε μόνο τα Σαββατοκύριακα, φέρνοντας κάθε φορά και 50 καλάθια που έπλεκε μες στην εβδομάδα. Αφού μετείχε στις λατρευτικές συνάξεις με τους άλλους μοναχούς, επέστρεφε στο σπήλαιο του, παίρνοντας μαζί του άρτο και νερό για τη νέα εβδομάδα.

Το έτος 473 άφησε το σπήλαιο του και πήγε να εγκαταβιώσει πλησίον του αγίου Γερασίμου, ενώ δεν έπαυσε να επισκέπτεται τις γύρω Μονές (στο Σαραντάριο όρος, του Προδρόμου στον Ιορδάνη και του Ιωάννου Χοζεβίτου). Αφού λοιπόν προπαρασκευάστηκε ασκητικά, απεφάσισε να συστήσει δική του Λαύρα, κατά το πρότυπο εκείνης του Μεγάλου Ευθυμίου. Πράγμα που και πάλι δεν έσπευσε να πραγματοποιήσει αμέσως. Προηγήθηκε η εγκατάστασή του κατόπιν οράματος σε απρόσιτο σπήλαιο κοντά στον χείμαρρο των Κέδρων. Αφού έμεινε σ' αυτό επί πέντε χρόνια, λόγω της φήμης της αγιότητός του, αρκετοί από τους αναχωρητές που ασκούνταν στις γύρω σπηλιές, άρχισαν από το 484 να έρχονται προς αυτόν και να τον παρακαλούν να γίνει ο χειραγωγός και Γέροντάς τους στην πνευματική ζωή. Δεν πέρασε πολύς καιρός και είχαν συναθροισθεί γύρω στους 70, ανάμεσά τους και μερικοί που αργότερα έγιναν οι ίδιοι ιδρυτές η ηγούμενοι μοναστηριών. Στον καθένα που προσερχόταν μεριμνούσε να του παραχωρηθεί κελί, ενώ άρχισε και η οικοδόμηση της Λαύρας που ίδρυσε στη δεξιά πλευρά του χειμάρρου των Κέδρων.

Σταδιακά κτίσθηκαν κελιά, ένας πύργος στις βορινές πηγές του χειμάρρου και ευκτήριος οίκος για την κοινή λατρεία, ενώ το σπήλαιο του μετέτρεψε σε ναΐσκο που ονομάστηκε «θεόκτιστος», επειδή διέσωζε «ναού Θεού τύπωμα».
Τα εγκαίνια της Λαύρας έγιναν στις 12 Δεκεμβρίου του έτους 491. Ο όσιος Σάββας ίδρυσε επίσης ένα κοινόβιο για την προετοιμασία εκείνων που επιθυμούσαν να μονάσουν άλλο κοινόβιο (των Καστελλίων) για τους γέροντες και ανίκανους προς εργασία ασκητές, καθώς και τον μεγάλο ναό, το καθολικό, αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Η Μονή αυτή, παρόλο ότι στο διάβα των 15 αιώνων από τότε γνώρισε ημέρες ακμής και παρακμής, υπέστη δηώσεις και καταστροφές, ανακαινίσεις και επεκτάσεις, σώζεται μέχρι σήμερα, η δε συμβολή της στην εδραίωση, καλλιέργεια και ανάπτυξη της μοναστικής ζωής υπήρξε τόσο σημαντική, ώστε κατά τους ειδικούς να ταυτίζεται η ιστορία της προς την ιστορία της Σιωνίτιδος Εκκλησίας, δηλαδή του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, αφού αναδείχθηκε το σπουδαιότερο μοναστικό κέντρο της Παλαιστίνης, ο πρόδρομος των άλλων μοναστηριών, η μονή της μετανοίας εκκλησιαστικών ποιητών και μελωδών, το επίκεντρο των θεολογικών και δογματικών συζητήσεων, η ασπίδα κατά επιδρομέων.

Στο μεταξύ αυξανόταν ο αριθμός των μοναχών της Λαύρας του οσίου Σάββα. Σύντομα έφτασαν τους 170. Και δυστυχώς, μερικοί από αυτούς, το έτος 486 πήγαν στο νέο Πατριάρχη Ιεροσολύμων και κατάγγειλαν τον ηγούμενο τους «ως ανίκανον περί την διακυβέρνησιν αυτών». Ο πατριάρχης Σαλλούστιος όχι μόνο δεν πίστεψε τις συκοφαντίες τους, αλλά κάλεσε τον άγιο, τον χειροτόνησε πρεσβύτερο και είπε προς τους μοχθηρούς και στασιαστές μοναχούς! «Ιδού έχετε τον πατέρα υμών και της Λαύρας της καθ' υμάς αφηγούμενον, όν Θεός άνωθεν και ουκ άνθρωπος εψηφίσατο, ημείς δε τούτο μόνον, τω Αγίω Πνεύματι χείρας εχρήσαμεν, ουκ αυτόν, αλλ' εαυτούς μάλλον ευεργετήσαντες».
(Να, έχετε τον πνευματικό σας πατέρα και ηγούμενο της Μονής σας, τον οποίο όρισε ο ουράνιος Πατέρας και όχι άνθρωπος• εμείς μόνον αυτό κάναμε, ότι τον χειροτονήσαμε επικαλούμενοι το Άγιο Πνεύμα και δεν ευεργετήσαμε αυτόν αλλά κυρίως τον εαυτό μας). Στη συνέχεια, καθώς αναφέρει Κύριλλος ο Σκυθοπολίτης, ο βιογράφος του αγίου Σάββα, αφού ο πατριάρχης συμβίβασε τους μοναχούς, μαζί με όλους πήγε στη Λαύρα και τέλεσε τα εγκαίνια του «θεόκτιστου» ναού (491), «έπειτα δε και θυσιαστήριον έπηξε».

Οργανωτής του μοναχικού βίου και πολέμιοι του Μονοφυσιτισμού
Αφού λοιπόν ο άγιος Σάββας ολοκλήρωσε την ανοικοδόμηση των κτιριακών εγκαταστάσεων και των λατρευτικών οίκων, «περί την επιμέλειαν εξής των αδελφών εποιείτο».
Έριξε το κύριο βάρος του έργου του στην πνευματική καλλιέργεια των μοναχών. Όντας μάλιστα ευφυής και έχοντας συσσωρεύσει πλούσια ασκητική πείρα, φερόταν προς τους ασκούμενος αδελφούς με πολύ μεγάλη φρόνηση και διάκριση. Άλλους παρακαλούσε, άλλους νουθετούσε, κάποιους επιτιμούσε, και όλους γενικά προετοίμαζε να αντιμετωπίζουν με γενναιότητα τις παγίδες του πονηρού, να μη δείχνουν μικροψυχία στις δυσκολίες της ερημικής ζωής, να μην αθυμούν αλλά να αντλούν θάρρος από την ελπίδα των μελλόντων. Με αυτά και άλλα παρόμοια παραινώντας τους μαθητές του, τους βοηθούσε να αναδεικνύονται ανώτεροι των περιστάσεων και να θεωρούν εύκολο τον αγώνα για την απόκτηση της αρετής.

Για την αντιμετώπιση των δυσκολιών που ταλαιπωρούσαν υπέρμετρα τους μοναχούς προσευχόταν και ζητούσε λύση εκ μέρους του Θεού. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο βιογράφος του το έξης; Οι μοναχοί στενοχωρούνταν και κουράζονταν, διότι έπρεπε να μεταφέρουν στη Μονή νερό από πολύ μακρινή πηγή. Μην αντέχοντας ο μακάριος εκείνος άνθρωπος να τους βλέπει λυπημένους, ένα βράδυ προσευχήθηκε θερμότατα στον Θεό με τούτα τα λόγια: «Δέσποτα Κύριε, Θεέ μας• αν είναι μέσα στο σχέδιο της θείας και σοφής σου οικονομίας, αν ευαρεστείται η χάρη σου και θέλεις να κατοικηθεί ο τόπος τούτος και να γεμίσει με άντρες που σέβονται το όνομά σου, εσύ ρίξε μας το σπλαχνικό σου βλέμμα και κάνε να πηγάσει για την αναψυχή μας νερό εδώ κοντά». Και, ω του θαύματος, ανέβλυσε από τα σπλάχνα της γης νερό, που έκτοτε και μέχρι σήμερα ρέει στο μέσον της Λαύρας, «μήτε θέρους ελλείπον»

Ιδιαίτερη μέριμνα και σοφία επέδειξε ο άγιος Σάββας κατά τον διακανονισμό των σχέσεων των Ελλήνων μοναχών προς τους, σχετικά λίγους, Αρμένιους και Ίβηρες που εγκαταβιούσαν στη Λαύρα του. Στους μεν Αρμένιους παρεχώρησε για να κατοικούν το παλαιό κελί του με τον παρακείμενο ευκτήριο οίκο και τους επέτρεψε να ψάλλουν τις Ακολουθίες στην αρμενική γλώσσα. Το ίδιο έπραξε, ως προς την ψαλμωδία, και με τους Ίβηρες. Επειδή όμως ο Τρισάγιος ύμνος είχε νοθευθεί από τους Μονοφυσίτες στις δύο αυτές γλώσσες, ο άγιος Σάββας καθόρισε ο ύμνος να ψάλλεται από όλους μόνο στην ελληνική.

Μιμούμενος το πρότυπο του, τον Μέγα Ευθύμιο, ο άγιος μας καθιέρωσε, «μικρόν τι περί τον καιρόν εξαλλάττων» την 20η Ιανουαρίου να απομακρύνεται από τη Λαύρα, να πηγαίνει σε τελείως έρημη τοποθεσία, και να περνάει τις ημέρες της νηστείας, «αθέατος τω παντί μένων και ανομίλητος», μέχρι την εορτή των Βαΐων.

Μερίμνησε επίσης για την στοιχειώδη εξασφάλιση της συντήρησης των μοναχών, κυρίως αξιοποιώντας τη δωρεά της μητέρας του: Όταν πέθανε ο πατέρας του στην Αλεξάνδρεια, η μητέρα του Σοφία, ελκυόμενη «ισχυρώς» από «την του παιδός φημην», πούλησε τη μεγάλη περιουσία και έσπευσε κοντά στο γιο της, τον άγιο Σάββα, «συχνόν τι χρυσίον επαγομένη» (μεταφέροντας αρκετό χρυσάφι, από την πώληση της περιουσίας). Εκείνος την έπεισε να απαρνηθεί τον κόσμο για να λάβει την «πρέπουσαν αντιμισθίαν» στον ουρανό. Λίγο αργότερα πέθανε και εκείνη και ο άγιος μας την έθαψε χριστιανοπρεπώς, τα δε χρήματά της «καθοσιοί τω Θεώ», δηλαδή τα διέθεσε για την διαμόρφωση κήπων στη Λαύρα, την ανέγερση στην Ιεριχώ ξενώνος, την αγορά άλλου ξενώνος κοντά στον πύργο του Δαβίδ (Ιεροσόλυμα) κ.λπ., στους οποίους φιλοξενούνταν προσκυνητές και περιθάλπονταν ασθενείς.

Η μακρά πείρα και η αγιότης του βίου ανέδειξαν τον άγιο Σάββα σε πραγματικό νομοθέτη του αναχωρητικού βίου στην Παλαιστίνη και όλων εκείνων που επέλεγαν να ζουν σε κοινόβια, έργο στο οποίο πρόσφερε τα μέγιστα και ο σύγχρονος του άγιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης (424-529).Η συμβολή των δύο αυτών οσίων, όπως και του άλλου συγχρόνου τους Μεγάλου Ευθυμίου, ανύψωσε την Εκκλησία των Ιεροσολύμων σε περίοπτη θέση, τα δε ονόματά τους συνδέθηκαν με τα γεγονότα της χρυσής εποχής της, κυρίως στον τομέα της υπερασπίσεως της Ορθοδοξίας.

Την περίοδο αυτή (τέλος 5ου αρχές 6ου αιώνος) η Εκκλησία του Χριστού ταλανιζόταν ακόμα από τους Μονοφυσίτες. Συνεπής και δυνατός υπέρμαχος της δογματικής αλήθειας υπήρξε και ο άγιος Σάββας. Όταν, για παράδειγμα, στα χρόνια της βασιλείας του Αναστασίου γινόταν σφοδρή πολεμική κατά των αποφάσεων της Δ΄ οικουμενικής Συνόδου (Χαλκηδόνα, 451) και υποστηριζόταν οι αιρετικές διδασκαλίες του Διοσκόρου και του Σεβήρου, εξορίστηκε δε ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Ηλίας και μερικοί κληρικοί φυλακίσθηκαν, ο άγιος Σάββας, παρόλο που ήταν ήδη 70 χρονών, πήγε στην Κωνσταντινούπολη (το 512) ως πρέσβυς υπέρ της διωκόμενης Εκκλησίας και του πατριάρχη.
Ενώ στην αρχή ο αυτοκράτορας ήταν σκληρός και αμετάπειστος, στο τέλος κάμφθηκε από τα επιχειρήματα του αγίου και την όλη ηθική του παράσταση επανέφερε στον πατριαρχικό θρόνο τον Ηλία και ελευθέρωσε τους κληρικούς.

Είκοσι σχεδόν χρόνια αργότερα, υπερήλικας πλέον, χρειάστηκε να μεταβεί εκ νέου στην πρωτεύουσα Πόλη, ως απεσταλμένος του πατριάρχη Πέτρου (το 531), για να υποστηρίξει εκκλησιαστικά και άλλα ζητήματα. Ήταν μάλιστα η φήμη της σοφίας και αγιότητός του τόσο διαδεδομένη και στην Κωνσταντινούπολη, ώστε και ο ίδιος ο αυτοκράτορας, ο μέγας Ιουστινιανός, «περιχαρής γεγονώς, τους βασιλικούς δρόμωνας απέστειλεν εις συνάντησιν αυτού...». Ο ίδιος έσπευσε, προσκύνησε τον άγιο Σάββα και με χαρά και δάκρυα φίλησε τη θεία του κεφαλή και αφού ευλογήθηκε από τον άγιο, δέχθηκε από τα χέρια του τα αιτήματα της Παλαιστίνης στη συνέχεια τον έπεισε να πάει μαζί του στα ανάκτορα και να ευλογήσει και την αυγούστα Θεοδώρα.

Το μακάριο τέλος
Επιστρέφοντας στη Λαύρα του πλησίαζε και στο τέλος της επίγειας ζωής του. Ήταν ήδη 93 ετών. Την 5η Δεκεμβρίου του έτους 532 εκοιμήθη εν Κυρίω. Την εξόδιο Ακολουθία του τέλεσε ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Πέτρος, συμπαραστατούμενος από πολλούς επισκόπους, ενώ πλήθος μοναχών και λαϊκών παρακολουθούσε τον πρόσκαιρο αποχωρισμό. Το τίμιο λείψανο του κατατέθηκε «εν τη μεγίστη Λαύρα μεταξύ των δύο εκκλησιών », στο σημείο όπου είχε αξιωθεί πριν από χρόνια να δει «τον στύλον του πυρός».

Όταν το 548, 16 χρόνια μετά την ταφή του, ανοίχθηκε ο τάφος για να ενταφιασθεί και ο ηγούμενος Κασσιανός, οι μοναχοί διεπίστωσαν ότι η σορός του αγίου ήταν σώα και αδιάφθορη. Γράφει ο βιογράφος του «... εύρον το σώμα του θείου πρεσβύτου σώον και αδιάλυτον πεφυλαγμένον• και θαυμάσας εδόξασα τον Θεόν τον δοξάσαντα τον δούλον αυτού και τη αφθαρσία τιμήσαντα αυτόν προ της κοινής αναστάσεως και καθολικής».

Αργότερα το αδιάφθορο λείψανο του αγίου Σάββα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά την περίοδο της Λατινοκρατίας (13ος αιώνας) κάποιος Ενετός το έκλεψε και το πήγε στη Βενετία όπου φυλασσόταν ακέραιο στον εκεί ιερό ναό του Αγίου Αντωνίου, μέχρι το έτος 1965, όποτε ανακομίσθηκε στην Ιερά Μονή του.

Στίχος
Ψυχὴν ὄπισθεν τοῦ Θεοῦ κολλῶν πάλαι, Ἔμπροσθεν αὐτοῦ νῦν παρίσταται Σάββας. Θεσπεσίοιο πόλου πέμπτῃ Σάββας ἐντὸς ἐσήχθη.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. δ’
Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς, τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας· καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας· καὶ γέγονας φωστήρ, τῇ
οἰκουμένῃ λάμπων τοῖς θαύμασι, Σάββα Πατὴρ ἡμῶν Ὅσιε, Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἠμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης
Tῶν ὁσίων ἀκρότης καὶ ἀγγέλοις ἐφάμιλλος ὡς γὰρ ἡγιασμένος ἐδείχθης ἐκ παιδός, Σάββα ὅσιε. Οὐράνιον γὰρ βίον ἀπελθῶν, πρὸς ἔνθεον ζωὴν χειραγωγεῖς διὰ λόγου
τε καὶ πράξεως ἀληθοῦς, τοὺς πίστει ἐκβοῶντας σοι. Δόξα τῷ δεδοκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ
Ὡς ἀπὸ βρέφους τῷ Θεῷ θυσία ἄμωμος, προσενεχθεὶς δι᾽ ἀρετῆς, Σάββα μακάριε, τῷ σε πρὶν γεννηθῆναι ἐπισταμένῳ· ἐχρημάτισας Ὁσίων ἐγκαλλώπισμα, πολιστής τε
τῆς ἐρήμου ἀξιέπαινος· διὸ κράζω σοι, Χαίροις Πάτερ ἀοίδιμε.
Πηγή: http://xristianos.gr