HeadShort.png

1/11 Κυριακή Ε' Λουκά: Ομιλία εις τον πλούσιον και τον εις τον Λάζαρον (Οσίου Αστερίου Επισκ. Αμασείας)

Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, Κεφ. Ιστ. 19 – 31

Ο Θεός και Σωτήρ ημών εκπαιδεύει τους ανθρώπους όχι μόνον με αποφατικά και δογματικά θεσπίσματα, ώστε να μισούν την κακίαν και να αγαπούν την αρετήν, αλλά χρησιμοποιώντας και διαφωτιστικά υποδείγματα, παραδίδει με σαφήνεια τα μαθήματα της αγαθής βιοτής. Μας βοηθεί έτσι με έργα και με λόγους, να προαχθούμε στην κατάληψη της αγαθής και φιλοθέου ζωής. Πράγματι, αφού επανειλημμένως μας έχει παραγγείλει με το στόμα των Προφητών και των Ευαγγελιστών, αλλά και με την φωνήν την ιδικήν του, να αποστρεφώμεθα μεν τον υπερήφανον και υπεροπτικόν πλούτον, την δε φιλάνθρωπον διάθεση και την συνδυασμένην με την αρετήν πτωχεία να την αγαπούμε, έτσι και τώρα για να κάμει ακόμη πιο αξιόπιστον την συμβουλή για το καλόν, τεκμηριώνει τον λόγον με πρακτικά υποδείγματα, και με μίαν διήγηση περιγράφει τον πλούσιον και τον πτωχόν.
Μας παρουσιάζει την αγάπη του ενός προς τις τιμές και τις απολαύσεις, σε συνδυασμό με την τεθλιμμένην ζωήν του άλλου, αλλά και την κατάληξη που είχε ο καθένας, για να ερευνήσωμε σε ποίον από τους δύο αυτούς αντιθέτους τρόπους ζωής υπάρχει η αλήθεια, και να γίνωμε συνετοί κριταί του εαυτού μας.

«Άνθρωπός τις ην πλούσιος και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον». Με την χρήση δύο συντόμων ονομάτων ο λόγος εμπαίζει και διακωμωδεί την πλαδαρά και άμετρον διάχυσιν όσων πλουτούν κακώς. Διότι της μεν πορφύρας το χρώμα είναι πολυδάπανον και εξεζητημένον, της δε βύσσου η χρήσις τουλάχιστον δεν είναι αναγκαία. Εκείνοι όμως που εχουν εκλέξει τον ορθόν και απερίεργον τρόπον ζωής, αρέσκονται και αγαπούν να χρησιμοποιούν μόνον τα αναγκαία, να αποφεύγουν δε τον συρφετόν της ματαίας κενοδοξίας, καθώς και την πολυδάπανον διαβίωσιν, ως μητέρα της κακίας. Και για να γνωρίσωμε σαφέστατα την δύναμη του λεγομένου, ας καθορισθεί πρώτα η χρήσις των ενδυμάτων, ποία είναι τα οριά της και ποίοι οι κανόνες τους οποίους ακολουθούν οι συνετοί. Τι λέγει λοιπόν ο νόμος του δικαίου; Ο Θεός εδημιούργησε το πρόβατον με πλουσίαν κόμη και πολύ μαλλί. Πάρτο αυτό, κόψτου το μαλλί και δώστο στην υφαντικήν τέχνη. Κατασκεύασε με αυτό χιτώνα και ιμάτιον, ώστε να αποφεύγεις την ταλαιπωρίαν του χειμώνος και την βλάβη από τον καύσωνα. Εάν πάλι χρειάζεσαι και ένα ελαφρότερον ένδυμα κατά την εποχήν του θέρους, ο Θεός έδωσε την χρήσιν του λινού για μεγαλυτέραν άνεσιν. Σου είναι πολύ εύκολον να αποκτήσεις από αυτό το υλικόν όμορφο κάλυμμα για το σώμα σου, το οποίον θα σε ενδύει, και συγχρόνως θα σε δροσίζει με την ελαφρότητά του. Και όταν θα τα απολαύσεις αυτά, απόδωσε στον Κτήστιν ευχαριστία για το ότι όχι μόνο μας εδημιούργησεν, αλλά και για την ασφάλεια της ζωής μας εφρόντισεν. Αν όμως αφήσεις το πρόβατον και το μαλλί του και τα άλλα αναγκαία παρασκευάσματα για τα οποία έχει προνοήσει ο δημιουργός των όλων, και παρεκκλίνοντας σε ανοήτους επιθυμίες επιζητείς την βύσσον και συνάγεις τα νήματα των περσικών σκωλήκων, υφαίνεις δε αέρινον ιστόν αράχνης, και ερχόμενος στον βαφέα του προσφέρεις μεγάλες αμοιβές για να θηρεύσει κοχλίες από την θάλασσα και να βάψει με το αίμα αυτού του ζώου το ενδυμά σου, αυτό είναι χαρακτηριστικόν ανθρώπου υπερβολικά φιλοκτήμονος, ο οποίος σπαταλά την περιουσίαν του, και δεν έχει πού να διαθέσει το περίσσευμά της. Και για τούτο ευλόγως αυτός ο άνθρωπος μαστιγώνεται από το Ευαγγέλιον κατηγορούμενος ως βλαξ και θηλυπρεπής, αφού καλλωπίζεται με στολισμούς αθλίων κορασίων…

Στην πορφύρα δε και την βύσσον προσέθεσε το oτι ετρυφούσε κάθε ημέρα λαμπρώς. Οπωσδήποτε και τα δύο αυτά φανερώνουν μίαν και την αυτήν εσωτερικήν διάθεση, ο άχρηστος δηλαδή και εξεζητημένος στολισμός των ενδυμάτων, και η ηδυπαθής υποδούλωσις στην γαστέρα και τον φάρυγγα.
Η τρυφή λοιπόν είναι πράγμα που αντίκειται στην φιλάρετο ζωήν, φανερώνει δε μαλθακότητα και σύγχυσιν, άμετρον απόλαυση και ήθος δουλοπρεπές. Και όταν μεν αυτό ακούγεται, φαίνεται ωσάν να είναι ένα και το αυτό πράγμα. Όταν όμως εξετάζεται κατά μέρος και προσδιορίζεται ακριβώς, βλέπουμε ότι συνίσταται από πολλήν και ποικίλην και πολυκέφαλον κακίαν. Διότι τρυφή ημπορεί να υπάρξει και χωρίς την παρουσία πολλών υλικών αγαθών. Είναι δε αδύνατον να συσσωρεύσει κανείς υλικόν πλούτο χωρίς να αμαρτήσει, εκτός εάν συμβεί μία σπανία περίπτωσις, να έχει κάποιος και πλούτον άφθονον και να τηρεί με ακρίβεια το δίκαιον, όπως ο Ιώβ. Αυτός λοιπόν που ζει με τρυφήν χρειάζεται πρώτον οικίαν πολυτελή, στολισμένην όπως οι νύμφες με ψηφίδες και λίθους και χρυσόν, με προσανατολισμό κατάλληλον, ανάλογο με τις εναλλαγές των εποχών του έτους. Διότι πρέπει τον χειμώνα να κατοικεί σε μέρος ευήλιον και στραμμένον προς τις ακτίνες του νότου, η θερινή του όμως κατοικία πρέπει να βλέπει προς βορράν ώστε να αερίζεται από λεπτές και συγχρόνως ψυχρές βορεινές αύρες. Εκτός τούτου χρειάζονται πολυτελή καλύμματα για να ενδύουν τα βάθρα, τις κλίνες, τα στρώματα, τις θύρες. Πράγματι, όλα όσα έχουν, και τα άψυχα, τα ενδύουν επιμελώς, ενώ την ίδια στιγμήν οι πτωχοί ενδύονται ελεεινώς. Πρόσθεσε επί πλέον σ’ αυτά και αναλογίσου τον άργυρο των σκευών, τον χρυσόν, την πολυδάπανον προμήθεια των φασιανών, τον οίνον από την Φοινίκη, ο οποίος ρέει άφθονος για τους πλουσίους και πανάκριβος, από τις αμπέλους της Τύρου. Και εκτός τούτων, όλην την προπαρασκευήν της απολαύσεως, την οποίαν μόνον όσοι την μεταχειρίζονται ημπορούν να κατονομάσουν επιμελώς. Αυξανομένη δε καθημερινώς η τρυφή επί το πολυπλοκώτερον, χρησιμοποιεί στα φαγητά αρώματα από την Ινδίαν, ούτως ώστε οι μυροπώλες υπηρετούν τους μαγείρους περισσότερον από ό,τι οι ιατροί. Εδώ βάλε στο νου σου το πλήθος που περικυκλώνει κάθε τραπέζι, τους τραπεζοποιούς, τους οινοχόους, τους ταμίες και όσους πληρώνονται από αυτούς, τους μουσικούς, τις μουσικές, τις χορεύτριες, τους αυλητάς, τους γελωτοποιούς, τους κόλακες, τους παρασίτους, όλον τον συρφετόν που ακολουθεί την ματαιότητα.

Για να αποκτηθούν όλα αυτά, πόσοι πτωχοί αδικούνται! Πόσοι ορφανοί γρονθοκοπούνται! Πόσες χήρες δακρύζουν! Πόσοι σπαράσσονται δεινώς και τρέχουν στην αγχόνη! Και η ψυχή αυτών των ανθρώπων ωσάν να εγεύθη κάποιο νερό της λήθης, λησμονεί ολοτελώς τον εαυτόν της, δηλαδή ποία είναι και με τι έχει συζευχθεί, και ότι κάποτε αυτή η συζυγία της θα λυθεί, και όταν αναδημιουργηθεί το σώμα θα συγκατοικήσει πάλι μαζί του. Όταν έλθει ο κατάλληλος καιρός, και το απαραίτητον πρόσταγμα το οποίον την αποσπά από την κοινωνία με το σώμα, τότε γίνεται απολογισμός όλης της ζωής και ανωφελής μετάνοια, κατόπιν εορτής. Διότι η μεταμέλεια οφελεί τότε, όταν εκείνος που αλλάζει γνώμην έχει εξουσίαν της διορθώσεως. Όταν όμως η διόρθωσις γίνει ακατόρθωτος, η λύπη είναι άχρηστος, και ματαία η μετάνοια.

«Πτωχός δε τις ην ονόματι Λάζαρος». Και συνεχίζοντας ο λόγος τον χαρακτηρίζει όχι απλώς πτωχόν, δηλ. εστερημένον από δαπάνες και από την κτήση των αναγκαίων, αλλά επί πλέον και κατεχόμενον από οδυνηράν ασθένειαν, και σωματικώς καταβεβλημένον, χωρίς οικία, χωρίς οικογένεια, χωρίς θεραπεία, πεσμένον στην πύλη του πλουσίου. Και πολύ επιμελώς διεκτραγωδεί στην συνέχεια της διηγήσεως τις συμφορές του πτωχού, για να στηλιτεύσει την σκληρότητα εκείνου που δεν τον ελεεί.
Διότι όποιος δεν υποφέρει καθόλου, ούτε συμπάσχει εμπρός στην λιμοκτονία και την ασθένειαν, είναι άλογον θηρίον το οποίον κακώς έχει λάβει μορφήν ανθρώπου, και με την προαίρεσή του διαψεύδει την φύση, ή μάλλον είναι και από τα ίδια τα θηρία πιο ασυμπαθής, αφού και οι χοίροι αισθάνονται κάποιαν λύπην όταν σφάζεται ένας χοίρος, και βλέποντας το θερμόν αίμα να ρέει, γρυλλίζουν μελαγχολικά. Και οι βόες περικυκλώνουν τον φονευόμενον ταύρον, εκδηλώνοντας τον πόνο τους με έναν μυκηθμό γεμάτον πάθος. Τα δε σμήνη των γερανών, όταν κάποια σύντροφός τους πίπτει στην παγίδα, πετούν γύρω από την κρατουμένην και γεμίζουν τον αέρα με μία θρηνητικήν κραυγή, ζητώντας την ομόφυλο και σύντροφό τους. Και ο άνθρωπος, το λογικόν και ήμερον ζώον, το οποίον έχει αποστολήν να ομοιωθεί με τον Θεόν προοδεύοντας στην αγαθότητα, φροντίζει τόσον ολίγον για τους συνανθρώπους του στις οδυνηρές περιστάσεις των συμφορών τους!

Εκείτετο λοιπόν ο πονεμένος αυτός και ευγνώμων πτωχός χωρίς πόδια, διότι αν είχε θα έφευγε από τον απεχθή εκείνον και υπερήφανον, θα άλλαζε τόπον αντί της ξενοκτόνου εκείνης πύλης που ήταν κλεισμένη για τους πτωχούς, στερημένος από χέρια, χωρίς να έχει καν παλάμη να απλώσει για ελεημοσύνην, με φραγμένα και αυτά τα όργανα της φωνής, παράγοντας μόνον έναν βραχνό και τραχύν ήχον από το στήθος, με ακρωτηριασμένα όλα τα μέλη του, απομεινάρια κακής ασθενείας, μελαγχολικόν δείγμα της ανθρωπίνης αδυναμίας. Αλλά όμως ούτε ο κατάλογος αυτός των συμφορών κατέστη δυνατόν να συγκινήσει εκείνον τον άκαμπτον, αλλά παρέβλεπε σαν κάποιον λίθο τον άνθρωπον, αμαρτάνοντας χωρίς πρόφαση. Διότι δεν ημπορούσε να προβάλει την κοινήν και πρόχειρον δικαιολογίαν ότι δεν εγνώριζα, δεν είχα πάρει είδηση, διέφευγε της προσοχής μου ότι ο πτωχός υποφέρει. Γιατί εκείνος εκείτετο εμπρός στην πύλη, θέαμα για τους εισερχομένους και τους εξερχομένους, για να καταστήσει αναπολόγητον τoν υπερήφανον εκείνον. Επιθυμούσε και τα ψιχία της τραπέζης, και ούτε αυτά ημπορούσε να απολαύσει, αλλά ενώ ο πλούσιος εκινδύνευε να διαρραγεί από την πλησμονήν, ο πτωχός έλιωνε από την πείνα. Είναι καλόν και δίκαιον να αναθέσωμε σε εκείνην την Χαναναίαν από την Φοινίκη να διδάξει τον μισάνθρωπον πλούσιον, λέγοντάς του εκείνα που έχουν γραφεί, δηλαδή: Ω, αχαρακτήριστε και υπερήφανε, «και τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών». Και συ δεν εθεώρησες άξιον αυτής της δωρεάς ούτε τον αδελφόν, τoν συνάνθρωπόν σου; Αλλά οι μεν κύνες ετρέφοντο επιμελώς, οι φύλακες ιδιαιτέρως, οι κυνηγοί του χωριστά, και υπό στέγην κατοικούσαν και κλίνην και υπηρέτες διέθεταν, ο καθένας από τους οποίους είχε την αποστολήν του. Η δε εικόνα αυτή του Θεού, είχε ριφθεί στο χώμα παρημελημένη και καταπατουμένη, αυτή που διεπλάσθη από τoν αριστοτέχνην και δημιουργόν των όλων με το ίδιο του το χέρι, όπως αξιοπίστως τεκμηριώνει ο Μωυσής στην Γένεση.

Και αν ετελείωνε μέχρις εδώ το διήγημα του Λαζάρου, και αυτή ήταν η φύσις των πραγμάτων, ώστε η ζωή μας να περιορίζεται στην ανωμαλίαν αυτού του κόσμου, θα άφηνα παραπονούμενος δυνατές φωνές, πως εμείς που δημιουργηθήκαμε ομότιμοι, διάγουμε τόσον άνισα μαζί με τους συνανθρώπους μας. Επειδή όμως πτωχέ μου αδελφέ, τα υπόλοιπα είναι ωραία να τα ακούσει κανείς, αφού πρώτα στενάξεις για τα προηγούμενα, ετοιμάσου να ευθυμήσεις, μαθαίνοντας την μακαρίαν απόλαυση του συμπτώχου σου. Διότι θα ακούσεις για το ακριβές δικαστήριον του δικαίου κριτού, στο οποίο στενάζει αυτός που έζησε μέσα στα πάθη και τις ηδονές, και τρυφά εκείνος που μοχθούσε. Ο καθένας τους αποκομίζει αυτά που του αξίζουν.

«Εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν και απενεχθήναι υπό των αγγέλων εις τoν κόλπον του Αβραάμ». Βλέπεις τους διακονητάς του δικαίου και πτωχού, και τους υπηρέτες της μεταστάσεώς του; Άγγελοι ανέλαβαν να τον προστατεύουν, οι οποίοι βλέποντας προς αυτόν με προσήνεια και πραότητα, προεδήλωναν με το σχήμα τους την απόλαυση και την αίνεση που τον αναμένει. Διότι μετεφέρθη και ετοποθετήθη στις αγκάλες του πατριάρχου Αβραάμ, πράγμα που παρέχει αφορμήν απορίας σε όσους ερευνούν τα βάθη των Γραφών. Πράγματι, εάν όλοι οι δίκαιοι που φεύγουν από την ζωήν αυτήν, μετεφέροντο στoν ίδιον τόπον, η αγκάλη αυτή θα ήταν πολύ μεγάλη, η εκτασίς της θα ήταν άπειρος, εάν βεβαίως έμελλε να χωρέσει όλον το πλήθος των οσίων. Εάν όμως αυτό είναι εντελώς αδύνατον, διότι μια ανοικτή αγκάλη, δύσκολα περικλείει και έναν ακόμη άνθρωπο, το πολύ δε δύο βρέφη, τότε εδώ πρόκειται για κάποιαν θαυμαστήν θεωρίαν, η οποία δια μέσου της εικόνος της αισθητής αγκάλης, μας χειραγωγεί σε κάποια νοητήν πραγματικότητα. Τι εννοεί δηλαδή με αυτό; Ο Αβραάμ, λέγει, δέχεται όσους είχαν θεάρεστον τρόπον ζωής εδώ. Ειπέ μας, λοιπόν, ω θεσπέσιε Λουκά (σου απευθύνομαι σαν να είσαι παρών και να σε βλέπω), γιατί ενώ οι δίκαιοι είναι πολλοί και παλαιότεροι από τoν Αβραάμ, αυτήν την τιμήν την επεφύλαξε γι’ αυτόν που είναι μεταγενέστερος, αποσιωπώντας τoν Ενώχ, τoν Νώε, και όσους άλλους ηκολούθησαν τoν ίδιον τρόπον ζωής;

Αλλά σε αντιλαμβάνομαι νομίζω, και δεν απομακρύνει από το θέμα μας η εξήγηση που έχω στο νου μου. Επειδή δηλαδή ο Αβραάμ ήταν δούλος του Χριστού, και αυτός εδέχθη τις φανερώσεις του Χριστού περισσότερον από τους άλλους ανθρώπους, αλλά και το μυστήριον της Τριάδος διετυπώθη αρκετά φανερά στην σκηνή τούτου του γέροντος, τότε που εφιλοξένησε τους τρείς αγγέλους ως άνδρες οδοιπόρους. Και γενικώς από πολλά μυστικά αινίγματα, αυτός ο άνθρωπος έγινε οικείος του Θεού, ο οποίος μετά από χρόνια εφόρεσε την σάρκα, και δια μέσου του ανθρωπίνου τούτου παραπετάσματος ομίλησε φανερά στους ανθρώπους. Γι’ αυτό λέγει ότι ο κόλπος, η αγκάλη του, είναι ωσάν γαλήνιος λιμένας και ακύμαντον αναπαυτήριον των δικαίων. Διότι η σωτηρία όλων μας και η ελπίς και η προσδοκία του μέλλοντος αιώνος είναι ο Χριστός, ο οποίος ως γνωστόν εβλάστησεν ανθρωπίνως από την σάρκα του Αβραάμ. Και μου φαίνεται ότι η τιμή που αποδίδει ο λόγος προς τoν γέροντα, έχει αναφοράν στoν Σωτήρα, ο οποίος είναι και κριτής και μισθαποδότης της αρετής, και προσκαλεί τους δικαίους με την ευγενικήν φωνή του λέγοντας: «Δεύτε, οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν».

«Εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν». Είναι διπλή η έννοια της πτωχείας του Λαζάρου. Δηλώνει αφ’ ενός μεν την έλλειψη των αναγκαίων, αφ’ ετέρου δε την μετριοφροσύνην και την ταπεινότητα του ήθους. Μην οικειοποιείται λοιπόν τον έπαινον της αρετής εκείνος που είναι άπορος από υλικά αγαθά, και πτωχός σε χρήματα, ούτε να νομίζει ότι θα του αρκέσει η πτωχεία για να σωθεί. Διότι δεν επαινείται ο κατ’ ανάγκην πτωχός, αλλά θαυμάζεται εκείνος που έχει και εσωτερικήν μετριοφροσύνην. Επειδή σε αυτούς που απλώς είναι άποροι, έχουν όμως διαγωγήν ακαλλιέργητον και δεν αγωνίζονται για την αρετήν, η αναγκαστική ακτημοσύνη τους γίνεται εφόδιον πολλών και πονηρών τολμημάτων. Και μάλιστα εγώ, όποτε έχω παρευρεθεί σε επίσημο δικαστήριον, είδα ότι όλοι οι κλέπτες και οι σωματέμποροι, οι λωποδύτες και αυτοί οι δολοφόνοι, είναι πτωχοί, χωρίς οικία και οικογένεια. Ως εκ τούτου είναι ολοφάνερον ότι η Γραφή εδώ μακαρίζει τον πτωχόν εκείνον ο οποίος υπομένει τους μόχθους με ψυχήν φιλόσοφον, καρτερεί δε με γενναιότητα τις διάφορες περιστάσεις της ζωής, και δεν καταφεύγει σε καμμίαν κακουργία για να χαρίσει στην σάρκα την απόλαυση της τρυφής. Αυτόν εννοεί σαφώς ο Κύριος στον πρώτον μακαρισμόν, όταν λέγει «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι». Ούτε λοιπόν κάθε πτωχός είναι δίκαιος, αλλά εκείνος που είναι σαν τον Λάζαρον, ούτε κάθε πλούσιος είναι καταδικασμένος, αλλά αυτός που ζεί με προαίρεσιν ομοίαν με εκείνην που είχεν ο σύγχρονος του Λαζάρου.

Και ολοφάνεροι μάρτυρες τούτου είναι όσοι είχαν την εμπειρίαν αυτή στην ζωή τους. Πράγματι, ποίος ήταν πλουσιώτερος από τον Ιώβ; Αλλά όμως η περισσή ευπορία ούτε απεξένωσε τον άνδρα αυτόν από την δικαιοσύνην, ούτε, με έναν λόγον, τον εξώρισεν από την αρετήν. Ποίος ήταν πτωχότερος από τον Ισκαριώτη; Και όμως δεν τον οφέλησε καθόλου η πτωχεία στην σωτηρία του, αλλά μολονότι συνανεστρέφετο με τους ένδεκα πτωχούς φιλοσόφους και μάλιστα με τον ίδιον τον Κύριον, ο οποίος επτώχευσεν αυτοπροαιρέτως, παρεξετράπη από την κακήν του προαίρεση στη φιλαργυρία και από αυτήν εραδιούργησε και την προδοσίαν.

Αξίζει όμως να εξετάσωμε συνετώς και την εκφορά που έγινε στον καθένα τους όταν απέθαναν. Ο μεν πτωχός λοιπόν όταν εκοιμήθη είχεν αγγέλους να τον προστατεύουν και να τον υπηρετούν, οι οποίοι τον οδηγούσαν με καλές ελπίδες στον τόπον της αναπαύσεως. «Ο δε πλούσιος αποθανών», λέγει, «ετάφη». Με κανένα καταλληλότερον τρόπον δεν θα ημπορούσε η Γραφή να περιγράψει, και μάλιστα μονολεκτικώς, την άδοξο κατάληξη του πλουσίου. Διότι όταν ο αμαρτωλός αποθνήσκει, όντως θάπτεται, επειδή είναι χοϊκός κατά το σώμα, γήινος δε και κατά την ψυχήν, αφού με την συμπάθεια προς την σάρκα, έχει υποβιβάσει την φυσικήν υπεροχή της ψυχής προς τα υλικά, και δεν αφήνει καμμίαν αγαθήν ανάμνηση της ζωής του, αλλά καλύπτεται από άδοξο λήθη, και έχει το ίδιο τέλος με τα βοσκήματα. Διότι όπως ο τάφος δέχεται το σώμα, έτσι και ο άδης την ψυχή: δύο σκοτεινά δεσμωτήρια που μοιράζονται του πονηρού ζώου την τιμωρίαν. Και ποίος δεν θα κατηγορούσε τον άθλιον για την απερισκεψία του; Όσον ευρίσκετο επάνω από το χώμα, εκαυχάτο, υπερηφανεύετο, περιφρονούσε όλους τους οικείους και συνανθρώπους του, και θεωρούσε σχεδόν σαν μύρμηκες και σκώληκες όποιους συναντούσε, έτοιμος να διαρραγεί από την κενοδοξίαν. Όταν όμως απεσπάσθη από την ζωήν αυτή, και εστερήθη σαν μαστιγωμένος δούλος από εκείνα που δεν του ανήκαν, των οποίων από μωρίαν ενόμιζε πως είναι κύριος, τότε κρημνίζεται στην αντίρροπο της υπερηφανείας ταπεινότητα, και εκφωνώντας γραώδεις οδυρμούς επικαλείται διαρκώς και ανωφελώς τον Πατριάρχην, λέγοντας: «Πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον Λάζαρον, ίνα βάψει το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος και καταψύξει την γλώσσαν μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη», ζητώντας έλεος, το οποίον δεν έδωσε τότε που είχε πρόχειρον την εξουσία να ευεργετεί. Και είχε την αξίωση να έλθει βοηθός του κατά του πυρός ο Λάζαρος, επιθυμώντας να απομυζήση τον δάκτυλο του λεπρού, δροσισμένον με λίγο νερό. Αυτές είναι οι απερισκεψίες των φιλοσωμάτων, αυτό είναι το τέλος των φιλοπλούτων.

Οφείλει λοιπόν όποιος είναι συνετός και ανησυχεί για το μέλλον, να αποφύγει την πείραν των ομοίων κακών, θεωρώντας την παραβολήν, ως φάρμακον που μας προφυλάσσει από την ασθένεια, και να ασκήσει την συμπάθεια και την φιλανθρωπίαν ως αιτίαν της μελλούσης ζωής. Διότι ο λόγος μας εξέθεσε δραματικώς την νουθεσίαν, αναφερόμενος σε ορισμένα πρόσωπα, ώστε να διδαχθούμε εμψύχως, με ζωντανά υποδείγματα, τον νόμον της αγαθής βιοτής και ποτέ να μη καταφρονήσωμε τα παραγγέλματα της Γραφής, ωσάν να εκφοβίζουν δήθεν μόνον λεκτικώς, χωρίς να προάγουν την απειλήν σε τιμωρία. Γνωρίζω πράγματι, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δελεάζονται από παρόμοιες υποψίες, και χαρίζουν στον εαυτόν τους ανεμπόδιστον την εξουσία του να αμαρτάνουν. Αλλά από ό,τι είδαμε εδώ, η Γραφή διδάσκει ότι καμμία συγγνώμη δεν ημπορεί να ελαφρύνει εκείνην την κόλασιν, ούτε εκείνη η φιλανθρωπία ελαττώνει την ορισμένην τιμωρίαν, εάν μάλιστα πρέπει να τεκμηριώσωμε τον λόγον από αυτά που είπεν ο Πατριάρχης.

Διότι αν και τόσο πολλές ικεσίες και μύριες ελεεινές φωνές ήκουσε από τον πλούσιον, ούτε από τους οδυρμούς του εκάμφθη, ούτε τον εξέβαλε από την οδύνην, εκείνον που πικρώς εμαστίζετο, αλλά με αυστηρόν φρόνημα επεκύρωσε την δικαίαν κρίσιν, λέγοντας ότι ο Θεός ετοποθέτησε τον καθένα εκεί που του άξιζε. Και σε σένα μεν, ο οποίος απελάμβανες την ζωήν σου εις βάρος των ξένων συμφορών, ορίσθησαν αυτά τα βασανιστήρια ως καταδίκη για τα πλημελήματά σου. Σε εκείνον δε, ο οποίος εμόχθησε εκεί και κατεπιέσθη, και εγεύθη την πικρία σε όλην την ένσαρκο ζωήν του, απενεμήθη εδώ γλυκεία και ευφρόσυνος κατάστασις. Όμως εκτός αυτού, υπάρχει και χάσμα μέγα, το οποίον τους εμποδίζει να έλθουν σε επαφή μεταξύ τους, και χωρίζει τους τιμωρούμενους από τους τιμώμενους, για να διάγουν ξεχωριστά, έχοντας καθαράν την απόλαυση των αγαθών και των κακών.

Πιστεύω δε ότι η αισθητή παραβολή, αποτελεί υπαινιγμό νοητής θεωρίας. Δεν πρέπει δηλαδή να εννοήσωμε κάποιαν τάφρο την οποίαν έχουν ανοίξει οι άγγελοι, όπως γίνονται τα χαρακώματα μεταξύ των εχθρικών στρατοπέδων, αλλά ο Λουκάς έθεσε την εικόνα του χάσματος για να τονίσει την σαφή διάκριση, το ότι δεν υπάρχει επικοινωνία μεταξύ αυτών που έζησαν ενάρετα και των άλλων. Επισφραγίζει δε αυτήν την εξήγησή μας και ο Ησαίας λέγοντας «Μη ουκ ισχύει η χείρ Κυρίου του σώσαι, ή εβάρυνε το ους αυτού του μη ακούσαι; Αλλά τα αμαρτήματα υμών, διϊστώσιν ανά μέσον υμών και ανά μέσον του Θεού».

 

(4ος αιών, ΒΕΠΕΣ τόμ. 71, σελ. 237 - Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 337 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com

1/11 Τούς πονεῖς τούς φτωχούς; [Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος]

 

 

Ἀργά τά ἄνοιξε τά μάτια του ὁ πλούσιος! Τότε πού εἶδε στήν ἀγκαλιά τοῦ Ἀβραάμ τόν Λάζαρο! Τόν ἄνθρωπο, πού καταδεχόταν οὔτε νά τοῦ ρίξει μιά ματιά, ὅταν τόν εὕρισκε νά περιμένει ἔξω ἀπό τήν πόρτα του!

Καί τότε τό κατάλαβε καλά, τί σημαίνει ἐκεῖνο, πού λίγο πρίν ποτέ δέν θέλησε νά τό καταλάβει.

 

Στήν κόλαση βρέθηκε ὑποχρεωμένος, θέλοντας καί μή, νά κάμει ἕναν ἀπολογισμό. Ἐκεῖ, ἀναγκάσθηκε νά ψάξει νά ἰδεῖ, τί τοῦ εἶχε γίνει ἀφορμή νά χάσει, ἡ κακή του ἐκείνη διάθεση, πού δέν τόν ἄφηνε νά ἰδεῖ στό πρόσωπο τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου τόν «πλησίον» του: δηλ. ἕναν συνάνθρωπο, πού ἔπρεπε νά τόν περιμένει ὅτι μποροῦσε κάποτε νά βρεθῆ καί ὁ ἴδιος στήν θέση του· καί εἶχε γι᾿ αὐτό χρέος νά τόν συμπονάει.

Ἄς ρίξωμε μιά ματιά στήν ἄθλια κατάσταση, πού εἶχε βρεθῆ τότε ὁ πλούσιος. Τώρα εἶχε φθάσει στό ἄκρο ἀντίθετο! Τότε εἶχε μεγάλη ἀφθονία. Τότε γλεντοῦσε, ὅσο πιό καλά μποροῦσε. Τώρα τά εἶχε χάσει ὅλα. Καί ὅσο πιό πολύ σκεπτόταν τήν μεγάλη ἀντίθεση, τόσο πιό πολύ τόν ἔτσουζε. Καί γι᾿ αὐτό εἶπε: «Πατέρα, Ἀβραάμ, λυπήσου με. Καί στεῖλε τόν Λάζαρο, νά "βουτήξει" ἔστω καί ἕνα δάχτυλό του σέ νερό, νά μοῦ δροσίσει λίγο τήν γλώσσα· γιατί ὑποφέρω πολύ μέσα σέ αὐτές τίς φλόγες» (Λουκ. 16,24).

Ἀπό τά λόγια αὐτά, ἀσφαλῶς δέν πρέπει νά βγάλωμε τό συμπέρασμα, ὅτι ἀρκεῖ ἐκεῖ μιά σταγόνα νερό, γιά νά ἀνακουφίσει καί νά δροσίσει. Τά λόγια αὐτά μᾶς λένε μόνο, ὅτι ἐκεῖνοι πού ἔχουν πολλές ἁμαρτίες, ἐκεῖ θά ὑποφέρουν πολύ, ἐκεῖ θά ταλαιπωρηθοῦν πολύ· ἀπό τήν φοβερή ἐκείνη φωτιά· ἀπο τήν αἴσθηση τοῦ βάρους τῆς ἁμαρτίας τους.

Ἀπό τά λόγια αὐτά τοῦ πλουσίου, μαθαίνουμε μόνο ὅτι:

Στήν τελική κρίση τοῦ Κυρίου ἡ ποινή θά εἶναι κάτι τό ἀνάλογο μέ τήν ἐσωτερική μας ἀθλιότητα.

Ὁ πλούσιος, σπρωγμένος ἀπό τήν ἄθλια κατάσταση στήν ὁποία βρισκόταν, ἀναγκάστηκε νά ζητήσει μιά σταγόνα νερό!

Ἐδῶ στήν γῆ, σπρωγμένος ἀπο τήν φιλαργυρία καί ἀσπλαγχνία του, εἶχε καταντήσει νά μή δίνει οὔτε μιά σταγόνα νερό!

Ἄραγε μποροῦσε ποτέ, νά βρεθεῖ γι᾿ αὐτόν κατάσταση πιό δίκαιη, μέχρι τίς τελευταῖες της λεπτομέρειες καί ταυτόχρονα πιό ὁδυνηρή;

Ζητάει μιά σταγόνα νερό!

Ποῖος;

Ἐκεῖνος, πού στόν φτωχό δέν ἔδινε οὔτε ψίχουλο ψωμί.

Τόν ἔκαμε ὁ Θεός, νά ποθήσει σταγόνα νερό! Γιά νά τόν κάμει νά καταλάβει, τί φοβερό πρᾶγμα εἶναι ἡ φτώχεια. Καί ποσο χρειάζεται νά εἴμαστε πονετικοί στήν φτώχεια.

 

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com

9/8 Μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε (Ματθ. 14, 22-34) Anthony Bloom

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὅσο πιὸ βαθιὰ βιώνουμε τὴν πνευματικὴ ζωὴ στὴν Θ.Λειτουργία ἢ βάσει τῶν καταστάσεων ποὺ μᾶς κάνουν ν' ἀντιλαμβανόμαστε σαφέστερα τὰ κείμενα, τόσο πιὸ πλατιὰ ξεδιπλώνεται μπρός μας, ἀποκαλύπτοντας τὸ μεγαλύτερο βάθος ποὺ ἀποκτοῦν πράγματα ἀνθρώπινα καὶ θεϊκά.
Πόσο συχνὰ ἔχουμε ἀκούσει στὴν ἀρχὴ τῶν Μακαρισμῶν τὶς λέξεις: «Μνήσθητί μου Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου..»- στὴν δόξα τῆς Βασιλείας Σου...
Κι αὐτὲς οἱ λέξεις ἀκούγονται τόσο φυσικὲς κι ἁπλές. Κι ἀκόμα, ἂν φαντασθοῦμε γιὰ ἕνα λεπτό, ὅτι, ὅταν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἔλθει ἐν δόξῃ, ἔχοντας νικήσει ἐν ὀνόματι ἡμῶν καὶ τοῦ Θεοῦ, ὑπερισχύοντας τοῦ κακοῦ, καὶ ἔχοντας κάνει αὐτὸν τὸν κόσμο σὲ Βασιλεία τῆς ἀγάπης, τῆς ἁγιότητας, τῆς ἀπόλυτης ὀμορφιᾶς, ἄς φαντασθοῦμε ὅτι κάποιος ἀπὸ μᾶς θὰ μποροῦσε νὰ λησμονηθεῖ: τί θὰ συνέβαινε σέ μᾶς; Λησμονημένοι ἀπ' τὸν Θεό......Κι αὐτὸ συμβαίνει γιατὶ ἀναθυμόμαστε ὅτι ὑπάρχουμε, ὅτι ζοῦμε.! Συμβαίνει μόνο γιατί μᾶς θυμᾶται Ἐκεῖνος ἀκόμα κι ἂν ἐμεῖς λησμονοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, συνεχίζουμε νὰ ὑπάρχουμε χάρη στὴν δύναμη τῆς ζωῆς ποὺ εἶναι δική Του, χάρη στὴν εὐλογία Του, χάρη στὴν ὅλο θυσία Ἀγάπη Του.
Πόσο ὄμορφο εἶναι νὰ σκεφτόμαστε ὅτι εἴμαστε ἀσφαλισμένοι στὴν μνήμη Θεοῦ ποὺ περικλείει ὅλους, ἀκόμα κι ἂν οἱ ἄνθρωποι μᾶς ξεχνοῦν! Καὶ αὐτὸ συνέβη, συνέβη: Θυμᾶμαι μιὰ σκοτεινὴ μέρα ποὺ ἤμουν μὲ μία οἰκογένεια, κι ἄνοιξε ἡ πόρτα, κι ἕνας ἄνδρας ποὺ ἦταν 5 χρόνια στὸν πόλεμο καὶ θεωρεῖτο νεκρὸς, μπῆκε· ἡ γυναίκα του τὸν κοίταξε καὶ τοῦ εἶπε: «Ζεῖς; Σὲ εἴχαμε γιὰ νεκρό...!». Κι αὐτὲς οἱ λέξεις σήμαιναν «ὑπολογίζαμε στὸν θάνατό σου, γιατί ἂν ἤσουν νεκρὸς ἡ ζωὴ θὰ ξαναρχίσει, μ' ἕνα νέο τρόπο· θὰ συναντοῦσα νέα ἄτομα, θὰ παντρευόμουν ἕναν ἄλλο ἄνδρα· ἦλθες -θὰ μποροῦσες νὰ μὴν ἔρθεις, θὰ μποροῦσες νὰ 'χες παραμείνει νεκρός...»
Πῶς φαντάζεσθε ὅτι θὰ ἔνιωσε αὐτὸς ὁ ἄνδρας; Καὶ μπορεῖτε νὰ φανταστεῖτε τί θὰ συμβεῖ στὸν καθένα μας, ὅσο ἁμαρτωλοὶ κι ἂν εἴμαστε, ἂν καθὼς στεκόμαστε μπροστά Του δοῦμε ὅτι δὲν θυμᾶται οὔτε τὸ ὄνομα, οὔτε τὴν ὄψη, οὔτε τὴν ὕπαρξή μας... Καὶ πόσο ὄμορφο ἀντίθετα εἶναι νὰ συλλογιζόμαστε ὅτι ἀκόμα κι ἂν ὅλος ὁ κόσμος μᾶς ξεχάσει - ὑπάρχει Ἕνας ποὺ ποτὲ – ποτὲ δὲν θὰ μᾶς ξεχάσει: εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ἕνας τῆς Τριάδος, ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ....
Τὸ γεγονὸς ποὺ συνέβη στὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ (Ματθ. 14, 22-34): ὁ Πέτρος, μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους μαθητές, εἶδαν τὸν Κύριο σὰν φάντασμα, σὰν ὀπτασία νὰ περπατᾶ στὰ νερά, καὶ γέμισαν μὲ φόβο: ἕνα φάντασμα! Κι ὅλοι φώναξαν μὲ φόβο. Κι ὁ Κύριος: «Μὴ φοβεῖσθε, Ἐγὼ εἰμί...». Τοὺς χτυποῦσαν τὰ κύματα, ὅπως μᾶς χτυποῦν οἱ περιστάσεις τῆς ζωῆς, ἀπὸ τὶς καταιγίδες ποὺ ξεσηκώνονται μέσα μας. Ἀλλὰ ὅταν ἄκουσαν τὴν φωνὴ τοῦ Χριστοῦ, ὁ Πέτρος εἶπε: «Κύριε ἄφησέ με νὰ 'ρθω πρὸς τὰ σένα, περπατώντας στὰ νερά...» Ἤξερε ὅτι ἦταν ἀνθρωπίνως ἀδύνατο, ἀλλὰ ἦταν δυνατὸν γιατί ὅλα εἶναι δυνατὰ στὸν Θεό, καὶ μὲ τὸν Θεό.... Κι ὁ Χριστὸς εἶπε: «ἔλα...» Κι ὁ Πέτρος ἄφησε τὴν ἐλάχιστη ἀσφάλεια τοῦ σκάφους πάνω στὸ ὁποῖο βρισκόταν μὲ τοὺς ἄλλους μαθητές, κι ἄρχισε νὰ βαδίζει· καὶ ξαφνικὰ κοίταξε στὰ κύματα ἀντὶ νὰ κοιτάξει πρὸς τὸν Χριστό, κοίταξε τὴν καταιγίδα ἀντὶ νὰ κοιτάξει Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ὁ Κύριος τῆς καταιγίδας, ὅπως εἶναι ὁ Κύριος τῆς Εἰρήνης. Κι ἐπειδὴ θυμήθηκε τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν καταιγίδα, ἄρχισε νὰ βυθίζεται· κι ὅταν ἀκριβῶς εἶχε χάσει ἀπ' τὰ μάτια του τὸν Κύριο, φώναξε: «βοήθει μοι..», κι ὁ Χριστὸς τὸν ἐπίασε ἀπ' τὸ χέρι καὶ τὸν ἔφερε στὴν ἀκτή..
Ἐδῶ βλέπουμε πάλι ὅτι ὅταν παρασυρόμαστε ἀπὸ τοὺς φόβους μας, τὶς ἀμφιβολίες μας, παρασυρόμαστε ἀπὸ τὴν καταιγίδα ποὺ μαίνεται μέσα ἢ γύρω μας, εἶναι ὁ Ἕνας ποὺ μᾶς θυμᾶται μὲ ἀγάπη, μὲ συμπόνια, μὲ μιὰ κατανόηση ποὺ φτάνει πέρα ἀπ' τὴν δική μας κατανόηση. Γιατί Αὐτὸς βυθίστηκε στὰ κατάβαθα τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας κι ἔφερε ὅλο τὸ βάρος τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας, αὐτὸς μπορεῖ νὰ πεῖ: «μὴ φοβεῖσθε! ..» - καὶ νὰ μᾶς πάρει ἀπ' τὸ χέρι καὶ νὰ μᾶς σώσει.
Ἂς σκεφτοῦμε γιὰ μιὰ στιγμὴ τί σημαίνει αὐτό: νὰ θυμόμαστε τί σημαίνει αὐτὸ γιὰ ὅλους μας, τὸν καθένα μας ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ μᾶς θυμοῦνται, γιὰ τοὺς ὁποίους ὑπάρχουμε, γιὰ τοὺς ὁποίους ἔχουμε σημασία. Ἕνας Γάλλος συγγραφέας ἔλεγε: Τὸ νὰ πεῖς σ' ἕναν ἄνθρωπο «Σ' ἀγαπῶ..» ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ νὰ πεῖς «δὲν θὰ πεθάνεις ποτέ...». Ἐπειδὴ πρόκειται γιὰ μιὰ ἔξοχη δήλωση πρὸς ἕνα πρόσωπο, τὸ πρόσωπο ποὺ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ προσφωνήθηκε, δὲν μπορεῖ νὰ ἐκπέσει ἀπ' τὴν αἰωνιότητα, τὴν αἰωνιότητα τοῦ Θεοῦ, γιατί ὅλη ἡ ἀγάπη ἀνήκει στὸν Θεό. Πόσο ὑπέροχο εἶναι αὐτὴ ἡ σωτηρία νὰ προσφέρεται καὶ νὰ δίνεται, πόσο ὄμορφο νὰ εἴμαστε μέτοχοι αὐτῆς τῆς δωρεᾶς, χαρίζοντάς την στοὺς ἄλλους μὲ τὴν ἀγάπη μας καὶ μιὰν αἰώνια ἀνάμνηση.
Ἀμήν.

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/

2/8 Το αληθινό φαγητό [†Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου]

 ΚΥΡΙΑΚΗ Η ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Ο ΧΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΕΝΤΑΚΙΣΧΙΛΙΩΝ (Ματθ. 14, 14-22)

(Διασκευή ομιλίας στις 9/8/1998)

Δίνοντας πλουτίζεις, δεν φτωχαίνεις!

Ακούσαμε στο Ευαγγέλιο πώς ο Χριστός χόρτασε πέντε χιλιάδες άνδρες και πολλές γυναίκες και παιδιά με πέντε ψωμιά και δύο ψάρια. Και ότι αφού έφαγαν όλοι περίσσεψαν δώδεκα ολόκληρα καλάθια. Δηλαδή πολύ περισσότερα από τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια που ήταν στην αρχή.
Το θαύμα αυτό μας δείχνει τι πλούτος είναι η ευλογία του Θεού. Και πόσο μεγάλος πλούτος είναι να σκορπίζει κανείς, να δίνει, να κάνει ελεημοσύνες. Μας λέει ακόμη ότι ο φόβος που έχουν μερικοί ότι βοηθώντας τούς άλλους θα φτωχύνουν, είναι λάθος. Όσο περισσότερα δίνεις, τόσο περισσότερα σου στέλνει ο Θεός. Γι' αυτό ο άνθρωπος που είναι κοντά στο Θεό, ακούει αυτή την διήγηση του θαύματος του Χριστού και χαίρει και διδάσκεται.
Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που απλώνουν τα χέρια τους μόνο για να αρπάξουν. Και θέλουν να χορτάσουν με όλων των ειδών τις απολαύσεις και τις ηδονές. Να αισθανθούν ότι απόλαυσαν τη ζωή, την γλέντησαν και συνεπώς είναι ευχαριστημένοι. Αλλά αδελφοί μου, τι παράξενο πράγμα. Όσο και να προσπαθήσει κανείς να φάει, να πιεί, να απολαύσει, όσο μακρύτερα και αν απλώσει τα χέρια του για να μαζέψει, όσα και να αποκτήσει, τελικά δεν ευχαριστείται. Δεν χορταίνει, δεν λέει: «φτάνει».
Μας διδάσκει ακόμα η σημερινή περικοπή, ότι ο άνθρωπος πρέπει όχι να μαζεύει, αλλά να δίνει. Και μας δείχνει πόσο ευλογημένος είναι εκείνος που δίνει. Γιατί δίνοντας μιμείται τον Χριστό.
Ξέρετε τι σημαίνει «μιμείται τον Χριστό»; Το χέρι του, γίνεται χέρι Χριστού. Και το στόμα του, στόμα Χριστού. Είναι πολύ ωραίο το χέρι που δίνει αγάπη, βοήθεια, καλωσύνη. Και το στόμα που βγάζει λόγο Θεού. Δηλαδή αναβλύζει σαν από πηγή λόγια ζεστά, λόγια καλωσύνης, λόγια οικοδομής. Λόγια που κάνουν τους ανθρώπους αντί να πηγαίνουν προς τα κάτω να ανεβαίνουν προς τα επάνω. Και να αισθάνονται περισσότερο άνθρωποι. Περισσότερο καλοί. Περισσότερο εύσπλαχνοι. Αυτό θέλει να μας διδάξει ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός.

Ασχολήσου με τα έσω

Μας λέγει ο Χριστός με αυτό το θαύμα: Προσέξτε. Υπάρχουν δύο τρόποι ζωής. Ο ένας είναι να προσπαθήσεις να φας, να απολαύσεις για να γεμίσεις την κοιλιά σου και να τέρψεις τις αισθήσεις του σώματος. Και ο άλλος τρόπος είναι να προσπαθήσεις να γεμίσεις την καρδιά σου.
Τι είναι μεγαλύτερο; Κοιλιά ή καρδιά; Τι προτιμάς; Εκείνα που στηρίζουν την κοιλιά, το σώμα ή εκείνα που στηρίζουν την καρδιά, τον έσω άνθρωπο που είναι ο πραγματικός άνθρωπος;
Ποιό είναι εκείνο που τρέφει τον «έξω» άνθρωπο; Το φαγητό.
Το καλό φαγητό θέλουμε να έχει τις εξής ιδιότητες:
Να είναι ωραίο στην όψη. Όταν πας σε ένα εστιατόριο, κοιτάζεις ποιό φαγητό φαίνεται εξωτερικά όμορφο. Μετά προσπαθείς να διαπιστώσεις αν μυρίζει ωραία. Έπειτα το δοκιμάζεις για να δεις αν είναι νόστιμο. Αν εκπληρώνει τις απαιτήσεις αυτές το αγοράζεις και το τρως.
Βέβαια θα έπρεπε να εξετάσουμε και κάτι άλλο. Αυτό που θα φάμε, είναι ωφέλιμο; Θα μας ωφελήσει; Ή θα μας βλάψει. Επί παραδείγματι: Ένας άνθρωπος έχει ζάχαρο και γι' αυτό λέει: «Μ’ αρέσουν τα γλυκά, αλλά δεν με ωφελούν. Γι' αυτό δεν θα τα φάω».
Αλλά ας ξαναδούμε τις ιδιότητες του φαγητού.
Εξετάζουμε το κάθε μας φαγητό αν φαίνεται ωραίο. Πόσες φορές τσακώνονται τα παιδιά γιατί η μητέρα έβαλε σε κάποιο ένα κομμάτι που φαίνεται απ' έξω ωραίο! Πόσο όμως διατηρείται το ωραίο; Μέχρι που να πάρεις το πηρούνι και το μαχαίρι. Μετά το «ωραίο» χάθηκε.
Η ωραία μυρωδιά κρατάει όσο είναι η μπουκιά κάτω από την μύτη. Μετά χάνεται. Τελείωσε η αποστολή της. Μπαίνει η μπουκιά στο στόμα και αρχίζει η γεύση. Εκεί είναι μεν το φαγητό νοστιμότατο, αλλά ούτε ομορφιά έχει πια ούτε γεύση. Χάθηκαν. Έσβησαν. Όταν μασήσουμε το φαγητό και το καταπιούμε μένει μόνο η ωφέλεια.
Ας δούμε και κάποιες ανάλογες εικόνες.
Είσαι άρρωστος στο κρεβάτι. Τι προτιμάς; Να είναι το κρεβάτι χρυσό και στρωμένο με μεταξωτά και με βελουδένια, ή να έχεις ελπίδα ότι θα γίνεις καλά; Και ελπίδα της αιώνιας ζωής εάν φύγεις από τον κόσμο αυτό; Απάντηση:
-Και τι να το κάνω το χρυσό κρεβάτι, χωρίς ελπίδα θεραπείας; Και χωρίς ελπίδα αιώνιας ζωής;
Δεύτερο. Όταν είσαι άρρωστος τι προτιμάς; Να έχεις γιατρό καλό, φάρμακα τελευταίου τύπου, εξυπηρέτηση από το προσωπικό του νοσοκομείου αρίστη; Ή να έχεις υπομονή;
Θα πείτε: Τόσο σπουδαίο είναι να έχω υπομονή; Και αν δεν έχω υπομονή τι πειράζει; Ρώτα τους γιατρούς, που λένε: «Άμα ο ασθενής δεν έχει υπομονή και καλή διάθεση, ό,τι και να του κάνουμε προς το χειρότερο πηγαίνει».
Και κάτι άλλο. Τι προτιμάς; Να έχεις νόστιμα φαγητά και γλυκά, ή να έχεις γλύκα στην καρδιά σου; Δηλαδή να είναι γεμάτος ο εσωτερικός σου άνθρωπος από γλύκα, χαρά, ειρήνη;
Είναι χίλιες φορές προτιμότερο να έχει ο άνθρωπος μέσα του γλύκα, χαρά και ειρήνη, παρά να προσπαθεί να αποκτήσει ειρήνη, γλύκα και χαρά τρώγοντας και πίνοντας. Σκέψου: Γιατί τρως; Γιατί πίνεις; Γιατί πας στο κέντρο διασκέδασης; Απάντηση: Για να αποκτήσω χαρά. Άμα όμως την έχω μέσα μου την χαρά, τι το θέλω το κέντρο της διασκέδασης το χορό και το ξεφώνισμα; Να πόση σημασία έχει να καλλιεργήσει κανείς όχι τον «έξω» άνθρωπο αλλά τον «έσω».

Η δύναμη του αληθινού φαγητού

Πώς καλλιεργείται ο έσω άνθρωπος; Λέει ο Χριστός: Φροντίζετε να τρώτε, όχι εκείνα που στηρίζουν το σώμα, αλλά τον άρτο που «βεβαιώνει», δηλαδή στηρίζει και χορταίνει την καρδιά.
Γιατί έδωσε τότε ο Χριστός το υλικό φαγητό στους πεντακισχιλίους; Ας το δούμε από αυτό που επακολούθησε. Όταν χόρτασαν οι Εβραίοι έψαξαν να βρουν το Χριστό, ενώ κείνος είχε εν τω μεταξύ κρυφτεί. Αφού τον βρήκαν του είπαν: «Εσύ είσαι για μας! Θα παίρνεις λίγα ψωμιά και θα κάνεις να τρώμε όλοι και να μην νοιαζόμαστε για τίποτε». Και ήθελαν να τον κάνουν βασιλιά. Αλλά ο Χριστός τους απάντησε: «Να μη ζητείτε την τροφή που έρχεται από κάτω, από τα χωράφια και από τα σπαρτά. Αλλά την τροφή που έρχεται από τον ουρανό, και είναι για την καρδιά. Και τέτοια τροφή είναι το σώμα μου και το αίμα μου. Εκείνο που το τρώγετε «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον». Όποιος φάγει το σώμα μου και πιεί το αίμα μου θα έχει συγχώρηση των αμαρτιών του».
Ποιό είναι εκείνο που σε κάνει αδελφέ να μην έχεις χαρά;
Απάντηση: Το κακό που είναι μέσα μου. Όταν λοιπόν αυτό το κακό σβήσει με την χάρη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, τότε η χαρά που ζητάς έρχεται. Μη ψάχνεις λοιπόν για άλλα πράγματα που μεγαλώνουν το κακό, γιατί τότε μεγαλώνει η στενοχώρια, η λύπη και η κατήφεια. Και τότε χρειάζονται διπλάσια και πολλαπλάσια διασκέδαση, περισσότερο κρασί και μεγαλύτερες δόσεις ναρκωτικών για να ευχαριστηθείς.
Είπε ο Χριστός: «Όποιος τρώγει το σώμα μου και πίνει το αίμα μου, όταν έλθει η ημέρα της ανάστασης θα τον αναστήσω». Λίγο πράγμα είναι, να έχεις σιγουριά ότι την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας θα αναστηθείς για να βρεθείς μαζί με την Παναγία, μαζί με τους αγίους αποστόλους, μαζί με τους αγγέλους και μαζί με τον Κύριο της Δόξης τον Ιησού Χριστό;
Γιατί δεν προσπαθείς και δεν κάνεις ό,τι σου υποδεικνύει ο πνευματικός ιατρός, μέσα στο πνευματικό θεραπευτήριο που λέγεται Εκκλησία, για να μεταλάβεις αξίως το σώμα και το αίμα του Χριστού;
Και κάτι ακόμη. «Όποιος τρώγει το σώμα μου και πίνει το αίμα μου», είπε ο Χριστός «εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ». Δηλαδή αυτός μένει κοντά Μου, μέσα Μου και εγώ κοντά του, μέσα του. Όταν ο Χριστός, η πηγή της ζωής, της χαράς και της ειρήνης είναι μέσα σου, είναι δυνατόν να μην γεμίσει η ζωή σου, χαρά, ειρήνη, ευχαρίστηση; Όλα αυτά δεν φαίνονται στη ζωή των ευσεβών χριστιανών;

Ας πάρουμε φως από τον Δημιουργό του ηλίου

Άδικα καταστρέφουμε τη ζωή μας με τις λάθος τοποθετήσεις μας. Γι' αυτό και ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, και ο Χριστός κήρυτταν συνεχώς μετάνοια. Δηλαδή: Διόρθωσε την τοποθέτησή σου, το μυαλό σου. Άλλαξε πορεία. Δεν θα καταστραφείς. Δεν θα καταντήσεις ταλαίπωρος. Αντίθετα, θα ξεφύγεις από την ταλαιπωρία και θα βρεθείς στην ειρήνη και στη χαρά.
Επί τουρκοκρατίας, ένας τούρκος ρώτησε κάποιο χριστιανό:
-Για εξήγησέ μου, πώς πιστεύετε εσείς οι χριστιανοί, ότι ο άνθρωπος όταν κοινωνάει τρώγει το σώμα και το αίμα του Χριστού, τον Χριστό; Σε πόσες καρδιές τέλος πάντων μπορεί να μπει κάθε Κυριακή αυτός ο Χριστός; Τελικά υπάρχει ακόμη ο Χριστός;
Ο χριστιανός του απάντησε:
-Δεν μου λες, η πόλη μας πόσα παράθυρα έχει;
Τάχασε εκείνος.
-Δεν ξέρω. Πάντως είναι πάρα πολλά.
-Και πώς δεν τελειώνει ο ήλιος, μπαίνοντας απ' όλα αυτά τα παράθυρα στα σπίτια των ανθρώπων; Αν λοιπόν ο ήλιος που είναι δημιούργημα του Θεού, ξέρει να μπαίνει μέσα σε τόσα σπίτια και δεν λιγοστεύει, ο Χριστός που είναι ο δημιουργός του ηλίου, δεν έχει τον τρόπο να μπει ο ίδιος στη ζωή όλων των ανθρώπων, να την φωτίσει και να την αγιάσει;
Το λάθος μας είναι ότι δεν στηρίζουμε τη σκέψη μας και την πορεία μας στα διδάγματα του Χριστού. Αλλά προσπαθούμε να λύσουμε τα προβλήματά μας με το μυαλό μας και με συμβουλές ανθρώπων που συμφωνούν με το μυαλό μας. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν -έχοντας τη σκέψη ότι ο Χριστός είναι το Φώς του κόσμου- να διαβάζουμε το Ευαγγέλιο, να ακούμε τον λόγο του Θεού και να προσπαθούμε να ακολουθούμε τα διδάγματά του. Αμήν.-

impiprevezis.gr

9/8 Για τη βοήθεια του Θεού στον άνθρωπο που θλίβεται (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

(Ματθ. 14, 22-34)

Ο ΑΓΙΟΣ απόστολος Πέτρος, όπως ακούσαμε σήμερα στο Ευαγγέλιο, όταν είδε κάποτε τον Κύριο να βαδίζει πάνω στην τρικυμισμένη θάλασσα, Του είπε: «Δώσε μου εντολή να έρθω κοντά Σου περπατώντας πάνω στα νερά». Και παίρνοντας την εντολή από τον παντοδύναμο Κύριο, κατέβηκε από το καΐκι, όπου βρισκόταν, και άρχισε να βαδίζει πάνω στα νερά, τα οποία ήταν σαν να είχαν στερεοποιηθεί κάτω από τα πόδια του. Όσο πίστευε ο Πέτρος στην εντολή του Κυρίου, όσο ήταν προσηλωμένος με τον νου και την καρδιά του σ’ αυτή την εντολή, βάδιζε πάνω στο υγρό στοιχείο όπως στη στεριά. Αλλά ο άνεμος ήταν πολύ δυνατός και τα κύματα σηκώνονταν ψηλά. Ο Πέτρος, στρέφοντας την προσοχή του σ’ αυτά, άφησε να εισχωρήσει μέσα του κάποιος φόβος, φόβος που από έναν επιφανειακό κριτή θα χαρακτηριζόταν φυσικός και εύλογος. Τότε, όμως, άρχισε να βουλιάζει. «Κύριε, σώσε με!», κραύγασε στον Χριστό. Κι Εκείνος, απλώνοντάς του το χέρι, τον έσωσε από τον πνιγμό, λέγοντας: «Ολιγόπιστε, γιατί σε κυρίεψε ή αμφιβολία;». Petroskymata Όλοι μας βαδίζουμε πάνω στα άστατα κύματα της θάλασσας του βίου, που σείεται και αναταράζεται από τις τόσες συμφορές και δυσκολίες· όλοι μας βαδίζουμε πάνω σ’ αυτά τα κύματα και κατευθυνόμαστε προς τις πύλες του θανάτου, για να κριθούμε από τον Θεό. Πόσο επισφαλής είναι κάτω από τα πόδια μας η θάλασσα του βίου! Δεν μπορούμε να μάθουμε τι θα μας συμβεί την κάθε στιγμή. Οι πιο μεγάλες αλλαγές στη ζωή μας γίνονται απροσδόκητα, αιφνιδιαστικά. Ακόμα κι ο θάνατος μας κρυφοζυγώνει σαν κλέφτης, μας κρυφοζυγώνει όπως όλες σχεδόν οι συμφορές. Δέρνεται η θάλασσα από ισχυρούς ανέμους, που σηκώνονται από διάφορες μεριές για ανεξιχνίαστη αιτία. Και του βίου μας η θάλασσα δέχεται διάφορες επιθέσεις από τα πονηρά πνεύματα και από τους ανθρώπους που έχουν γίνει όργανά τους. Παθαίνουμε ποικίλες συμφορές από αναπάντεχα περιστατικά, από τη μυστηριώδη πορεία των πραγμάτων. Είναι αδύνατο να προβλέπουμε και να προγνωρίζουμε τι θα επινοήσει η μοχθηρία, τι θ’ αποτελέσει αφορμή ή μέσο κάποιου κακού, από πού θα έρθει ένας πειρασμός. Και όλα αυτά είναι μεν αδύνατο να τα προβλέπουμε, τις περισσότερες φορές, όμως, είναι αδύνατο και να τα αποτρέπουμε. Υπάρχει άλλη μια θάλασσα, θάλασσα αόρατη, κάτω από τα νοερά βήματά μας. Η θάλασσα αυτή δέρνεται και αναταράζεται από άλλους ανέμους. Είναι η καρδιά μας, όπου συσσωρεύονται ποικίλα αισθήματα. Τα αισθήματα του πεσμένου ανθρώπου είναι μολυσμένα από την αμαρτία και γι’ αυτό συνήθως δεν είναι σωστά. Ο «παλαιός άνθρωπος», που δεν έχει ανακαινιστεί από τη θεία χάρη, σπάνια μπορεί να ενεργήσει σύμφωνα με τις ευαγγελικές εντολές, και τότε με την άσκηση πολλής βίας στον εαυτό του και με τρόπο ατελή. Τα μολυσμένα από την αμαρτία αισθήματα ενεργούν άλλοτε περιορισμένα και άλλοτε απεριόριστα. Όταν ενεργούν περιορισμένα, είναι μεν σφραγισμένα από κάποιαν εμπάθεια, αλλά δεν εκδηλώνονται πλήρως τα αντίστοιχα πάθη. Όταν, όμως, ενεργούν απεριόριστα, τότε τα πάθη εκδηλώνονται πλήρως. Τα αισθήματά μας επηρεάζονται από τους λογισμούς, τους οποίους σπέρνουν στον νου μας τα πνεύματα της κακίας, οι εχθροί του ανθρωπίνου γένους. Άλλοτε μας κυριεύει η λύπη, άλλοτε μας ταράζει η οργή, άλλοτε μας παρασύρει η ηδυπάθεια, άλλοτε μας πλανά η κενοδοξία. Αυτός ο άνεμος των λογισμών συχνά είναι τόσο ισχυρός, που δεν βρίσκουμε τρόπο να του αντισταθούμε. Τα χάνουμε, παραλύουμε από την ακηδία, βυθιζόμαστε στην απόγνωση, αγγίζουμε τον όλεθρο. Τι θα πούμε στον άνθρωπο που έχει αντιληφθεί ότι τόσο στην εξωτερική όσο και στην πνευματική του ζωή βαδίζει πάνω σε κύματα; Θα του πούμε τούτο: “Βαδίζεις με εντολή του Θεού σου”. Έτσι βάδιζε πάνω στα κύματα ο άγιος απόστολος Πέτρος. Και δεν βυθιζόταν, όσο πίστευε ακλόνητα ότι ενεργούσε σύμφωνα με εντολή του Θεού. Ας πιστεύουμε, λοιπόν, κι εμείς ότι ο Θεός μας κάλεσε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη και μας χάρισε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα επίγειας ζωής, με την εντολή να εκπληρώνουμε στη διάρκειά του το θέλημα Εκείνου. Ας πιστεύουμε συνάμα ότι, σύμφωνα με την υπόσχεσή Του, αν Τον υπηρετούμε πιστά, η πρόνοιά Του θα φροντίζει ακοίμητα για μας. Ας πιστεύουμε, επίσης, ότι ως πλάσματά Του βρισκόμαστε ολοκληρωτικά κάτω από το θέλημά Του και, επομένως, τίποτα δεν μας συμβαίνει ανεξάρτητα απ’ αυτό το παντοδύναμο και πανάγιο θέλημα. Μ’ αυτή τη σκέψη θα βαδίζουμε πάνω στη θάλασσα του βίου αδίστακτα και θαρρετά. «Ένα ζευγάρι σπουργίτια δεν πουλιέται για ένα μόνο ασσάριο (χάλκινο ρωμαϊκό νόμισμα πολύ μικρής αξίας); Και όμως, ούτε ένα απ’ αυτά δεν πέφτει στη γη χωρίς το θέλημα του Πατέρα σας. Όσο για σας, ο Θεός έχει μετρημένες και τις τρίχες της κεφαλής σας. Μη φοβηθείτε, λοιπόν, γιατί εσείς αξίζετε περισσότερο από πολλά σπουργίτια». Οι άνθρωποι είμαστε αδύναμοι. Για να μας παρηγορήσει, λοιπόν, και να μας νουθετήσει ο Θεός, παραχώρησε να κλονιστεί και να κινδυνεύσει ο Πέτρος. Όταν την πίστη στον Θεό την αντικαθιστούν ανθρώπινοι συλλογισμοί, τότε ο άνθρωπος ταλαιπωρείται μέσα στα κύματα της θάλασσας του βίου. Ταλαιπωρείται και υποφέρει. Από τη μια δεν βρίσκει κανένα ανθρώπινο μέσο για να ξεφύγει από τις οδυνηρές περιστάσεις, κι από την άλλη ξεχνά ακατανόητα τον Θεό. Ο απόστολος Πέτρος, όταν άρχισε να καταποντίζεται, κραύγασε στον Κύριο να τον σώσει. Κι εμείς, μέσ’ από τις δυσκολίες που μας περικυκλώνουν, ας αναγκάσουμε τον εαυτό μας να θυμηθεί τον Θεό, ας στραφούμε στον Θεό με ολόθερμη προσευχή, ζητώντας Του να μας λυτρώσει. Η λύτρωση δεν θ’ αργήσει. Ο Κύριος θα έρθει. Και τότε ο καθένας μας θ’ ακούσει μέσα στη συνείδησή του μιαν ήρεμη αλλά συνάμα και ελεγκτική φωνή: «Ολιγόπιστε, γιατί σε κυρίεψε η αμφιβολία;». Οι δοκιμασίες της ζωής είναι απαραίτητες. Παραχωρούνται από τη θεία πρόνοια. Μας στέλνονται, ώστε, κάτω από την πίεσή τους, να προστρέξουμε στον Θεό, που Τον έχουμε λησμονήσει, και να Τον γνωρίσουμε εμπειρικά. «Ζήτησε τη βοήθειά μου την ημέρα της θλίψεως», συμβουλεύει ο Θεός τον άνθρωπο που θλίβεται, «κι εγώ θα σε απαλλάξω από τα δεινά σου- κι εσύ τότε θα με δοξάσεις» (Ψαλμ. 49:15). «Θα με δοξάσεις» σημαίνει: “Θα με γνωρίσεις εμπειρικά με τη ζωντανή γνώση και θα πιστέψεις σ’ εμένα με τη ζωντανή πίστη. Με τη νεκρή γνώση, τη γνώση του γράμματος του νόμου, σου φαίνομαι ανύπαρκτος”. Στον Πέτρο, όταν αυτός άρχισε να βυθίζεται, ο Κύριος έδωσε το χέρι Του για να τον σώσει. Για να βγούμε εμείς από μια δυσκολία, γίνεται κάποια επέμβαση της θείας πρόνοιας ιδιαίτερα εμφανής και αντιληπτή. Είναι ασήμαντο το ταρακούνημά μας από τις θλίψεις μπροστά στη γνώση του Θεού που αποκτούμε μ’ αυτές. Η ταλαιπωρία από τις θλίψεις είναι πρόσκαιρη. Η ουσιαστική γνώση του Θεού και η συνακόλουθη οικείωσή Του είναι θησαυρός αιώνιος, είναι το εχέγγυο των αιώνιων αγαθών. Έτσι ακριβώς πρέπει να κάνουμε, όταν σηκώνεται μια ψυχική θύελλα, όταν η ειρήνη της καρδιάς διακόπτεται και διαταράσσεται από τους λογισμούς της αμαρτίας. Οι λογισμοί αυτοί εμφανίζονται συνήθως με ένδυμα ορθότητας και δικαιοσύνης, αλλά αναγνωρίζονται από την ταραχή που προξενούν στην καρδιά. Είναι φοβερή η θύελλα των παθών, πιο φοβερή απ’ όλες τις θύελλες των εξωτερικών συμφορών. Η εσωτερική θύελλα είναι πιο επικίνδυνη από την εξωτερική. Την ώρα μιας ορατής θύελλας σκοτεινιάζει ο ουρανός από τα σύννεφα· την ώρα μιας αόρατης θύελλας της καρδιάς σκοτεινιάζει ο νους από τα σύννεφα των λογισμών. Τότε λησμονούνται οι νουθεσίες της Αγίας Γραφής και των θεόσοφων πατέρων. Το πλοιάριο της ψυχής καλύπτεται από τα κύματα διαφόρων εμπαθών αισθημάτων. Ούτε η συζήτηση με φίλους ούτε η ψυχωφελής ανάγνωση δρουν ευεργετικά. Η ψυχή, σκεπασμένη από έναν θολό αχνό, δεν μπορεί να δεχθεί τίποτα. Το μοναδικό μέσο σωτηρίας που απομένει, είναι η θερμή προσευχή. Σαν τον απόστολο Πέτρο πρέπει να κραυγάσουμε μ’ όλη μας την ψυχή στον Κύριο, ζητώντας Του βοήθεια. Κι Εκείνος τι θα κάνει; Αυτό που λέει ο Ίδιος με το στόμα του προφήτη Δαβίδ: «Θα κράξει σ’ εμένα (με την προσευχή), κι εγώ θα τον ακούσω. Θα είμαι δίπλα του στη θλίψη του. Θα τον βγάλω από τη θλίψη και θα τον δοξάσω. Θα του δώσω να ζήσει πολλά χρόνια και θα του δείξω ότι θα τον σώσω». Τι παρήγορη υπόσχεση, ή μάλλον πόσες παρήγορες υποσχέσεις! Ο παντογνώστης Θεός βεβαιώνει ότι θα εισακούσει τον άνθρωπο που θα κράξει σ’ Εκείνον. Αποκαλύπτει ότι με τη θεία πρόνοιά Του θα βρίσκεται δίπλα σ’ αυτόν που θα Τον επικαλεστεί. Υπόσχεται ότι θα τον βγάλει από τη θλίψη και θα τον δοξάσει, θα τον δοξάσει με τη δωρεά της θείας Του χάριτος. Και τελειώνει με την υπόσχεση της αιώνιας μακαριότητας και τη φανέρωση της σωτηρίας στην ψυχή, εγκαθιστώντας σ’ αυτήν τη θεία βασιλεία Του. Η εγκατάσταση της θείας βασιλείας στην ψυχή από την παρούσα ζωή είναι το εχέγγυο της μετοχής της στην αιώνια. Στον Πέτρο ο Σωτήρας τού κόσμου έδωσε το χέρι Του, προκειμένου να τον σώσει από τον πνιγμό. Σ’ εμάς, τους ακολούθους Του, δίνει τη θεία Του χάρη, προκειμένου να μας σώσει, όταν κινδυνεύουμε να χαθούμε μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα των παθών. Μετά την κατάπαυση της τρικυμίας από τον Κύριο, «όσοι ήταν στο καΐκι, ήρθαν και Τον προσκύνησαν, λέγοντας: “Αληθινά, είσαι ο Υιός του Θεού!”». Όταν η θύελλα της καρδιάς κοπάσει με την επέμβαση του Κυρίου, τότε θα εξασθενήσουν και οι άνεμοι τους οποίους ξεσήκωσαν οι δαιμονικοί λογισμοί τότε η ψυχή θα προσκυνήσει τον Υιό του Θεού «πνευματικά και αληθινά», επειδή θα έχει λάβει στα μύχιά της την πληροφορία ότι Αυτός είναι πραγματικά ο Υιός του Θεού και Θεός. Οι εξωτερικοί πειρασμοί μας οδηγούν στη γνώση του Θεού με τη φανέρωση της πρόνοιάς Του· στερεώνουν την πίστη μας στη φιλάνθρωπη μέριμνά Του για μας· εμπνέουν στην καρδιά μας τον φόβο του Θεού και την ευλάβεια σ’ Αυτόν, καθώς αισθανόμαστε ότι μας βλέπει και Τον βλέπουμε νοερά μας κατευθύνουν σε διαγωγή σύμφωνη με τις ευαγγελικές εντολές και μας αποτρέπουν από την αμαρτία, την οποία αποστρέφεται ο Κύριος. Οι ψυχικοί πειρασμοί, πάλι, μας παρέχουν βαθύτερες γνώσεις. Πρέπει να επισημανθεί ότι σ’ αυτούς τους πειρασμούς και στη δραστική ενέργειά τους υποβάλλονται σχεδόν αποκλειστικά οι ακόλουθοι εκείνοι του Κυρίου που έχουν αφιερώσει τον εαυτό τους στην υπηρεσία Του, ζώντας ησυχαστικά με την άσκηση της νοεράς προσευχής. Η άσκηση αυτή αποκαλύπτει στον άνθρωπο την ψυχή του. «Όσοι ταξιδεύουν στη θάλασσα» της καρδιάς «με πλοία», δηλαδή με την καθοδήγηση του Λόγου του Θεού και της εκκλησιαστικής παραδόσεως, όχι με την αυθαίρετη νόηση και άσκησή τους, «όσοι εργάζονται μέσα στα πολλά νερά», στους συλλογισμούς του νου και στα αισθήματα της καρδιάς, «αυτοί είδαν τα έργα του Κυρίου και τα θαυμαστά επιτεύγματά Του στον βυθό» της ψυχής. Με διάφορους τρόπους ο πάνσοφος και πανάγαθος Θεός επιτρέπει να πολεμηθεί ο άνθρωπος εσωτερικά: «Πρόσταζε (ο Κύριος) και σηκώθηκε ανεμοθύελλα. Υψώθηκαν τα κύματα της θάλασσας, που τους ανεβάζουν ως τον ουρανό και τους κατεβάζουν ως τα βάθη της αβύσσου». Από τη φοβερή αναταραχή των αισθημάτων -αυτή είναι η «ανεμοθύελλα»—, την οποία προξενούν οι δαιμονικοί λογισμοί, «η ψυχή τους», η ψυχή των ασκητών, «έλιωνε από τον φόβο με τα τόσα κακά. Ζαλίστηκαν, παραπατούσαν σαν μεθυσμένοι, και όλη τους η σοφία εξαφανίστηκε», εξαιτίας της σκοτεινιάς που έφερε η καταιγίδα, εξαιτίας των πολλών και ζοφερών λογισμών, εξαιτίας της φοβερής ταραχής, εξαιτίας των αμφιβολιών που δεν διαλύονται με την ανθρώπινη λογική. «Τότε μέσα στη θλίψη τους κραύγασαν στον Κύριο, κι Αυτός τους έβγαλε από τις δυσκολίες τους. Πρόσταζε την καταιγίδα κι έγινε απανεμιά· και ησύχασαν τα κύματα». Μετά τον πνευματικό πόλεμο, συνήθως χαρίζεται από τον Θεό πνευματική ειρήνη. «Και χάρηκαν, γιατί ησύχασαν, και ο Κύριος τους οδήγησε στο λιμάνι του θελήματός Του». Διδαγμένοι οι πνευματικοί αγωνιστές από τους εσωτερικούς πολέμους, αποκτούν τη γνώση του αγίου θελήματος του Θεού και σιγά-σιγά μαθαίνουν να παραμένουν σ’ αυτό. Η γνώση και η εφαρμογή του θείου θελήματος είναι ένα καταφύγιο για την ψυχή, καταφύγιο στο οποίο αυτή βρίσκει ηρεμία και ελπίδα σωτηρίας. Έχοντας αποκτήσει μυστικά από τον Κύριο τη γνώση του καλού και του κακού με την εμπειρική αίσθηση της επενέργειας της αμαρτίας και της επενέργειας της χάριτος στην ψυχή τους —από τις οποίες η δεύτερη εξουδετερώνει την πρώτη—, ευχαριστούν και δοξολογούν «τον Κύριο για το έλεός Του» στις προσευχές τους. Παράλληλα, διακηρύσσουν «τα θαυμαστά έργα Του στους άλλους ανθρώπους», στους αδελφούς τους, κατά τις εποικοδομητικές συζητήσεις τους. «Στη σύναξη του λαού θα Τον εξυψώσουν και στο συνέδριο των πρεσβυτέρων θα Τον δοξάσουν». «Σ’ εκείνους που αγαπούν τον Θεό», λέει ο απόστολος, «τα πάντα συντελούν στο καλό τους». Ο Θεός κάνει να συντελούν στο καλό τους όχι μόνο οι εξωτερικές θλίψεις και συμφορές, αλλά και οι εσωτερικές, εκείνες δηλαδή που προέρχονται από τον ξεσηκωμό και τη θύελλα των παθών. Αυτές είναι που αποκαλύπτουν στον άνθρωπο την πτώση του, αυτές είναι που τον κατεβάζουν από τα ύψη της υπερηφάνειας στην κατάσταση της αυτογνωσίας και της ταπεινοφροσύνης, αυτές είναι που του δείχνουν την απόλυτη αναγκαιότητα του Λυτρωτή και τον ρίχνουν με αυταπάρνηση στα πόδια Του. Όταν βλέπουμε να ξεσηκώνονται μέσα μας τα πάθη, ας μην ταραζόμαστε, όπως ταράζονται συνήθως όσοι δεν έχουν αυτογνωσία. Τα πάθη είναι φυσικά στη φθαρμένη από την αμαρτία φύση μας, όπως φυσικά σε μιαν αρρώστια είναι τα συμπτώματά της. Κάθε φορά που ξεσηκώνονται τα πάθη, πρέπει να προστρέχουμε χωρίς καθυστέρηση στον Κύριο με την προσευχή και τα δάκρυα, περιμένοντας με υπομονή την προστασία Του και προβάλλοντας στο μεταξύ σθεναρή αντίσταση. Τα πάθη φοβίζουν όχι μόνο τους ανθρώπους που κυριαρχούνται απ’ αυτά, αλλά και εκείνους που έχουν προοδεύσει στην αρετή. Αυτό συμβαίνει με παραχώρηση του Θεού, ώστε η απόκτηση της αρετής να μην αποτελέσει για τον αδύναμο άνθρωπο αιτία κομπασμού και υπερηφάνειας. Συχνά, έπειτα από παρατεταμένη γαλήνη, σηκώνεται φοβερή θύελλα. Έτσι, εκείνοι που νόμιζαν ότι βρίσκονταν σε ασφαλές καταφύγιο, συνειδητοποιούν ότι βρίσκονται σε ανοιχτή και φουρτουνιασμένη θάλασσα. Η απάθεια δεν μπορεί να θεωρηθεί κατάσταση μόνιμη, παρά μόνο όταν το σώμα αποτεθεί στον τάφο και η ψυχή αφήσει αυτόν τον κόσμο, τον γεμάτο πλάνες, πειρασμούς και δόλο. «Σώσε μας, Κύριε, χανόμαστε!», κραύγασαν στον Σωτήρα του κόσμου οι μαθητές Του κάποιαν άλλη φορά που ταξίδευαν πάλι με πλοιάριο. Σηκώθηκε ξαφνικά μεγάλη τρικυμία στη θάλασσα και τα κύματα σκέπαζαν το πλοιάριο. Ο Κύριος, ωστόσο, κοιμόταν. Με τον ύπνο Του υποδηλώνεται η δική μας λήθη του Θεού. Με τον πειρασμό εξαφανίζεται η λήθη. Τότε θυμόμαστε τον Κύριο και ζητάμε τη βοήθειά Του. Κι Εκείνος «επιτιμά τους ανέμους και τη θάλασσα», ως πανάγαθος και παντοδύναμος, «και γίνεται απόλυτη γαλήνη». Φτάνει μόνο να Τον επικαλεστούμε στον καιρό της θλίψεως. Αμήν. (Πηγή: “Ασκητικές ομιλίες Α’” Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής) Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com

Σελίδα 1 από 18