HeadShort.png

9/12 Λουκ. ιγ΄, 10-17 [Ι.Μ. Μεσογαίας]

(από Αρχείο)

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ

Ἡ ὑπό­μνη­ση τοῦ ἀρ­χι­συ­να­γώ­γου πρὸς τὸ λαό, ἀδελ­φοί μου, τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του φαί­νε­ται ἐν πρώ­της ὄψε­ως «νό­μι­μη», ἀλλὰ στὴν πρα­γμα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι ὑπο­κρι­τι­κή, γι­α­τὶ ὁ τρό­πος καὶ ὁ χρό­νος τῆς δι­δα­σκα­λί­ας δεί­χνουν ὅτι ὑπῆρ­χε ἐμ­πά­θεια, ζή­λεια, ἔλ­λει­ψη ἀγά­πης καὶ τε­λι­κὰ ἄγνοια τοῦ σκο­ποῦ τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του. Αὐτὴ εἶ­ναι ἡ αἰ­τία ποὺ ὁ Χρι­στός, ποὺ εἶ­ναι ἡ ἐνυ­πό­στα­τη Ἀλή­θεια, δη­λα­δὴ ὁ Λό­γος καὶ ἡ πρά­ξη μαζί, ξε­σκέ­πα­σε τὴν ὑπο­κρι­σία του.

Στὴν Πα­λαιὰ Δι­α­θή­κη, ὁ ἄσαρ­κος Λό­γος «νό­μον ἔδω­σε εἰς βο­ή­θει­αν» τῶν ἀν­θρώ­πων, ὥστε νὰ μπο­ροῦν νὰ δι­α­κρί­νουν με­τα­ξὺ τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ. Με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων νό­μων ἔδω­σε καὶ τὴν ἀρ­γία τοῦ Σαβ­βά­του «μνή­σθη­τι τὴν ἡμέ­ραν τοῦ Σαβ­βά­του ἁγι­ά­ζειν αὐ­τήν· ἓξ ἡμέ­ρας ἐργᾶ καὶ ποι­ή­σεις πάν­τα τὰ ἔργα σου τῇ δὲ ἑβδό­μῃ σάβ­βα­τα Κυ­ρίῳ τῷ Θεῷ σου» (Ἐξ. 20-8). Ἡ ἀρ­γία τοῦ Σαβ­βά­του, ποὺ ση­μαί­νει ἀνά­παυ­ση, εἶ­ναι μί­μη­ση τοῦ Θεοῦ ποὺ τὴν ἑβδό­μη ἡμέ­ρα «κα­τέ­παυ­σε ἀπὸ πάν­των τῶν ἔρ­γων Αὐ­τοῦ… καὶ εὐ­λό­γη­σεν ὁ Θεὸς τὴν ἡμέ­ραν τὴν ἑβδό­μην» (Γέν. 2, 3). Ὁ Ἰου­δαῖ­ος ἔπρε­πε νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σει τὸν Θεὸ γιὰ τὴ δω­ρεὰ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας καὶ νὰ Τὸν δο­ξο­λο­γή­σει. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὴν ἡμέ­ρα τοῦ Σαβ­βά­του πή­γαι­νε στὸν ναὸ ἢ τὴν συ­να­γω­γὴ καὶ ἀφι­έ­ρω­νε τὸν χρό­νο του στήν με­λέ­τη τοῦ νό­μου καὶ τὴν προ­σευ­χή.

Ὅπως μᾶς δι­η­γή­θη­κε ὁ ἱε­ρὸς Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς σή­με­ρα, σὲ μιὰ συ­να­γω­γὴ τῆς Πα­λαι­στί­νης, ἕνα Σάβ­βα­το, ὁ Χρι­στὸς δι­δά­σκει. Τὰ λό­για Του μα­γνη­τί­ζουν. Τὰ ρή­μα­τά Του εὐ­ερ­γε­τοῦν «ὡς δρό­σος Ἀερ­μών». Μύρο καὶ εὐ­ω­δία στα­λά­ζουν τὰ χεί­λη Του καὶ σκορ­πί­ζουν ἀνέκ­φρα­στη χαρά. Ἔχει συγ­κεν­τρω­θεῖ στὴν συ­να­γω­γὴ κό­σμος πο­λύς, γιὰ νὰ ἀκού­σει «ρή­μα­τα ζωῆς αἰ­ω­νί­ου» ἀπὸ Ἐκεῖ­νον ποὺ ὁμι­λεῖ, ὅπως ποτὲ ἄλ­λο­τε δὲν μί­λη­σε ἄν­θρω­πος στὶς καρ­δι­ὲς τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἄν­δρες, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά, ἐπί­ση­μοι τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ καὶ μή, πι­στοὶ στὴν ἐν­το­λὴ τοῦ Δε­κα­λό­γου «τὰ σάβ­βα­τα Κυ­ρίῳ τῷ Θεῷ σου» ἔχουν ἔλ­θει, γιὰ νὰ λά­βουν μέ­ρος στὴν κοι­νὴ προ­σευ­χή.

Τὴν ἡμέ­ρα αὐτὴ σὲ μιὰ γω­νιὰ τῆς συ­να­γω­γῆς ἕνα δύ­σμορ­φο πλά­σμα κι­νεῖ­ται μέσα στὴ συ­­να­γω­γή. Μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ ἦταν ἄρ­ρω­στη. Ἡ ἀρ­ρώ­στια της προ­έρ­χε­ται ἀπὸ ἐνέρ­γεια τοῦ σα­τα­νᾶ. Τὸ κε­φά­λι της ἦταν στραμ­μέ­νο πρὸς τὰ κάτω «μὴ δυ­να­μέ­νη ἀνα­κῦ­ψαι εἰς τὸ παν­τε­λές». Μιὰ ἀξι­ο­θρή­νη­τη καὶ ἀξι­ο­λύ­πη­τη ὕπαρ­ξη, ποὺ δε­κα­ο­κτὼ ὁλό­κλη­ρα χρό­νια ὑπέ­με­νε τὴν δο­κι­μα­σία της χω­ρὶς νὰ βα­ρυγ­κο­μή­σει, χω­ρὶς νὰ δει­λι­ά­σει, χω­ρὶς νὰ ἀπο­γο­η­τευ­θεῖ. Ὅμως παρὰ τὶς δυ­σκο­λί­ες τῆς ἀσθέ­νει­άς της, με­τέ­βαι­νε στὸν τόπο τῆς λα­τρεί­ας τοῦ Θεοῦ, γι­α­τὶ ἐπι­θυ­μοῦ­σε νὰ θρέ­ψει τὴν ψυχή της μὲ τὴ δι­δα­χὴ τοῦ λό­γου Του. Μιὰ τέ­τοια σα­κα­τε­μέ­νη γυ­ναί­κα θὰ ἦταν δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη ἂν δὲν πή­γαι­νε στὴ συ­να­γω­γή, γιὰ νὰ προ­σευ­χη­θεὶ. Ἔτρε­φε ὅμως μέσα της ἀκτῖ­να πί­στε­ως καὶ ἐλ­πί­δας γιὰ τὴν ἀπο­κα­τά­στα­ση τῆς ὑγεί­ας της ἀπὸ τὸν Θεό. Αὐτὸ τὸ Σάβ­βα­το τὴν βλέ­πει ὁ Χρι­στός. Ἔρ­ρι­ξε πάνω της ἕνα βλέμ­μα γε­μᾶ­το στορ­γὴ καὶ συμ­πά­θεια. Εἶδε τὴν εὐ­λά­βειά της, εἶδε τὴν ὑπο­μο­νή της, μέ­τρη­σε τὴν δο­κι­μα­σία της, τὴν σπλαγ­χνί­στη­κε καὶ ὡς παν­το­δύ­να­μος προ­στά­ζει «Γῦ­ναι ἀπο­λέ­λυ­σαι τῆς ἀσθε­νεί­ας σου». Ἕνας ξε­ρὸς τρι­γμὸς ἀκού­στη­κε μέσα ἀπὸ τὰ κόκ­κα­λά της καὶ τὸ κυρ­τω­μέ­νο κορ­μί της, ποὺ ἔγι­νε ἴσιο σὰν κυ­πα­ρίσ­σι, καὶ τὸ κε­φά­λι τώρα πιὰ κοί­τα­ξε ψηλὰ καὶ ἐδό­ξα­σε τὸν Θεό.

Τὴν εὐ­ερ­γε­σία αὐτὴ ὅμως, γιὰ τὴν ὁποία ὅλος ὁ λαὸς χά­ρη­κε, δι­α­βάλ­λει καὶ συ­κο­φαν­τεῖ καὶ βρί­ζει μία ὑπο­κρι­τι­κὴ ψυχή, μιὰ καρ­διὰ ποὺ κρύ­βει μέσα της δόλο καὶ φθό­νο. Ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος. Ἐπει­δὴ φθό­νη­σε τό με­γά­λο αὐτὸ θαῦ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, ποὺ μὲ ἕνα μόνο λόγο θε­ρά­πευ­σε τὴ γυ­ναῖ­κα ἀπὸ τὴν πο­λυ­χρό­νια ἀρ­ρώ­στια, ὑπο­κρί­νε­ται πὼς βε­βη­λώ­θη­κε τὸ Σάβ­βα­το. Μὲ μά­τια ἀγρι­ε­μέ­να, μὲ χεί­λη ποὺ τρέ­μουν ἀπὸ κα­κία, ὑψώ­νει τὰ χέ­ρια ποὺ κρα­τοῦ­σαν τὸν Νόμο, τὴν Γρα­φὴ καὶ ἐπι­τί­θε­ται κατὰ τοῦ λαοῦ. «Δὲν πρέ­πει νὰ ἔρ­χε­σθε τὸ Σάβ­βα­το νὰ θε­ρα­πεύ­ε­σθε, ἀλλὰ τὶς ἄλ­λες μέ­ρες». Δὲν τολ­μᾶ, ἀδελ­φοί μου, νὰ ἐπι­τε­θεῖ κατὰ πρό­σω­πο στὸν Χρι­στό. Τὰ βά­ζει μὲ τὸν λαὸ ποὺ ἀπο­λαμ­βά­νει τὶς θε­ρα­πεῖ­ες τὴν ἡμέ­ρα τοῦ Σαβ­βά­του, ὑπο­κρι­νό­με­νος ὅτι ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται, γιὰ νὰ μὴ κα­τα­λυ­θεῖ ἡ κα­θο­ρι­σμέ­νη ἀρ­γία.

Μὰ ἡ ἀγα­θο­ερ­γία, τοῦ λέει ὁ Κύ­ρι­ος, δὲν εἶ­ναι κα­τά­λυ­ση τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του οὔτε βε­βή­λω­σή του ἀλλὰ καλὴ χρη­σι­μο­ποί­η­ση τῆς ἡμέ­ρας. «Τὸ Σάβ­βα­τον διὰ τὸν ἄν­θρω­πον ἐγέ­νε­το καὶ οὐχ ὁ ἄν­θρω­πος διὰ τὸ Σάβ­βα­τον (Μάρ. 2, 27). Μή­πως τάχα, ὑπο­κρι­τὴ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γε, δὲν λύ­νεις τὸ βόδι σου ἢ τὰ ἄλλα ζῶα τῆς ἰδι­ο­κτη­σί­ας σου καὶ τὰ βγά­ζεις ἀπὸ τὸ πα­χνί τους, γιὰ νὰ τὰ πο­τί­ζεις τὸ Σάβ­βα­το; Ὅταν ὁ Θεὸς λύει ὄχι ὑπο­ζύ­γιο ἀλλὰ «θυ­γα­τέ­ρα τοῦ Ἀβρα­άμ», εἰ­κό­να Θεοῦ, τὴν ὁποία ὁ σα­τα­νᾶς γιὰ δε­κα­ο­κτὼ χρό­νια τὴν εἶχε κλεί­σει στὸ σταῦ­λο τῆς θλί­ψε­ως, τοῦ μα­ρα­σμοῦ, τῆς πα­ρα­μορ­φώ­σε­ως, τῆς δί­νει χαρά, τὴν ὁδη­γεῖ στὴν ἐλευ­θε­ρία καὶ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ χαρά, τότε βε­βη­λώ­νε­ται καὶ πα­ρα­βι­ά­ζε­ται ἡ ἐν­το­λὴ γιὰ τὴν ἀρ­γία τοῦ Σαβ­βά­του; Ὑπο­κρι­τή· ὁ φθό­νος καὶ ἡ ὑπο­κρι­σία σου δὲν ἔχουν ὅρια. Βόδι καὶ ὄνος μπο­ροῦν νὰ ἀπο­λαμ­βά­νουν φα­γη­τό, νερό, ἔξο­δο ἀπὸ τὸν σταῦ­λο τὸ Σάβ­βα­το, ὁ ἄν­θρω­πος ὅμως, ἡ εἰ­κό­να τοῦ Θεοῦ, τὸ δη­μι­ούρ­γη­μα τοῦ Θεοῦ ὄχι;

Ἀδελ­φοί μου, ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος προ­σευ­χό­ταν καὶ λά­τρευε τὸν Θεό. Τὰ χεί­λη του, τὸ στό­μα του χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν λό­για τῆς Γρα­φῆς. Στὴν καρ­διά του ὅμως φώ­λι­α­ζε μῖ­σος, κα­κία καὶ ὑπο­κρι­σία. Ἦταν εὐ­σε­βο­φα­νὴς ἀλλὰ ὄχι εὐ­σε­βής. Τέ­τοι ἄν­θρω­ποι ὅμως «Θεὸν ὁμο­λο­γοῦ­σιν εἰ­δέ­ναι, τοῖς δὲ ἔρ­γοις ἀρ­νοῦν­ται». (Τίτ. 1-16). Βδε­λύ­σσε­ται αὐτὴ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ ὁ Θεὸς καὶ λέει «ἐν τοῖς χεί­λε­σιν αὐ­τῶν τι­μῶ­σί με, ἡ δὲ καρ­δία αὐ­τῶν πόρ­ρω ἀπέ­χει ἀπ᾿ ἐμοῦ» (Ἠσα­ΐ­ας 29, 13). Οὐαὶ ὑμῖν, ὑπο­κρι­ταί.

Ἀγα­πη­τοί μου, ἐνῷ «πᾶς ὁ ὄχλος ἔχαι­ρεν» οἱ μορ­φω­μέ­νοι ὁδη­γοὶ τοῦ λαοῦ, οἱ ὑπεύ­θυ­νοι, γιὰ νὰ τὸν δι­α­φω­τί­ζουν, κλεί­νουν τὰ μά­τια, γιὰ νὰ μὴν ἀν­τι­κρύ­σουν τὴν ἀλή­θεια τοῦ προ­σώ­που καὶ τοῦ ἔρ­γου τοῦ Κυ­ρί­ου. Ὁ ἁπλὸς λαὸς χαί­ρε­ται, εὐ­αγ­γε­λί­ζε­ται, κα­τα­λα­βαί­νει, πα­νη­γυ­ρί­ζει, ἐνῷ οἱ ὑπο­κρι­τὲς θὰ προ­βάλ­λουν πάν­τα μιὰ ἀν­τί­στοι­χη ἀρ­γία τοῦ Σαβ­βά­του.

Ἀδελ­φοί, ἡ οὐ­σι­α­στι­κὴ ἔν­νοια τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του εἶ­ναι ἡ ἐπι­στρο­φὴ τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρ­δι­ᾶς στὸν οὐ­ρα­νό. Εἶ­ναι ἡ ἀνά­παυ­ση τῆς ψυ­χῆς ἀπὸ αἰ­σχροὺς καὶ ρυ­πα­ροὺς λο­γι­σμοὺς καὶ ἀπὸ σκο­τει­νὰ ἔργα. Γιὰ μᾶς τοὺς χρι­στι­α­νοὺς ἡ ἀρ­γία τῆς Κυ­ρι­α­κῆς ποὺ ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε τὴν ἀρ­γία τοῦ Σαβ­βά­του ἔχει νό­η­μα καὶ σκο­πὸ σω­τη­ρι­ο­λο­γι­κό. Ἡ Κυ­ρι­α­κά­τι­κη ἀρ­γία δὲν προ­σφέ­ρε­ται γιὰ ἐξω­τε­ρι­κὴ ἀνά­παυ­ση καὶ φυγὴ ἀπὸ τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, ἀλλὰ γιὰ ἐσω­τε­ρι­κὴ κα­τά­παυ­ση μὲ προ­σφο­ρὰ στὸν Θεὸ καὶ στὸν ἄν­θρω­πο. Προ­σφέ­ρε­ται γιὰ «λόγῳ καὶ ἔργῳ» με­το­χή μας στὴν κοι­νω­νία τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀν­θρώ­πων. Γέ­νοι­το.

Pin It