HeadShort.png

24/11 Σχόλιο στο ευαγγέλιο Λουκάς ιη΄18-27 [Ι.Μ. Λαυρεωτικής]

Λκ. ιη΄ 18-27   (Από Αρχείο]

Ἀνι­χνευ­τὴς τοῦ οὐρα­νοῦ καὶ νοσταλ­γὸς τῆς χαρᾶς τοῦ παρα­δεί­σου ἐμφα­νί­ζε­ται, ἀδελ­φοί μου, ὁ πλού­σι­ος νέος του εὐαγ­γε­λί­ου. Πλη­σι­ά­ζει τὸν Ἰησοῦ, γιὰ νὰ ζητή­σει τὴν συμ­βου­λὴ Του «ἵνα ζωὴν αἰώ­νι­ον κλη­ρο­νο­μή­σῃ». Καὶ ὁ μεγά­λος Διδά­σκα­λος τοῦ θύμι­σε τὶς ἐντο­λὲς τοῦ δεκα­λό­γου ποὺ μιλᾶ­νε γιὰ τὸ σεβα­σμὸ τῆς τιμῆς, τῆς ζωῆς, τῆς περι­ου­σί­ας, τὰ καθή­κον­τα γιὰ τοὺς γονεῖς. Τοῦ ἔδει­ξε τὸ σωστὸ δρό­μο ποὺ ὁδη­γεῖ στὴν ἠθι­κὴ τελει­ό­τη­τα. Ἀλλὰ ὅταν ὁ πλού­σι­ος εἶπε πὼς «ταῦ­τα πάν­τα ἐφυ­λα­ξά­μην ἐκ νεό­τη­τός μου», ὁ Κύρι­ος τοῦ ἀπάν­τη­σε «ἔτι ἕν σοι λεί­πει». Ὅσο καὶ ἂν νόμι­ζε πὼς κατέ­χει τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, δὲν ἦταν ἔτσι. Ὑστε­ροῦ­σε τελικὰ στὴν πνευ­μα­τι­κή του ζωή, ἀλλὰ δὲν τὸ κατα­λά­βαι­νε.

Εἶναι δύσκο­λο νὰ ἀπαν­τή­σει κανεὶς στὸ ἐρώ­τη­μα «πόσες εἶναι ὁ στι­γμὲς τοῦ ἀνθρώ­που, ποὺ κατα­φέρ­νει νὰ ζεῖ μὲ πλή­ρη αὐτο­συ­νει­δη­σία», ὅταν τὶς περισ­σό­τε­ρες ὥρες του τὶς περ­νᾶ χωρὶς καλά-καλὰ νὰ τὶς νοι­ώ­σει, νὰ τὶς ζεῖ. Βέβαια αὐτὸ συνέ­βαι­νε πάν­τα μὲ τὸν ἄνθρω­πο, ἀλλὰ σήμε­ρα μὲ τὸ κυνη­γη­τὸ τῆς βιο­πά­λης καὶ τοῦ ἄγχους, μὲ τὴν πρα­γμα­τι­κὴ ἢ ψεύ­τι­κη αὔξη­ση τῶν ἀναγ­κῶν, ἐλά­χι­στος ἀπο­μέ­νει χρό­νος γιὰ τὰ μεγά­λα καὶ οὐσιαστικὰ ἐρω­τή­μα­τα «τί ποι­ή­σας ζωὴν αἰώ­νι­ον κλη­ρο­νο­μή­σω;».

Σήμε­ρα οἱ κοι­νω­νι­κὲς ὑπο­χρε­ώ­σεις καὶ αὔριο οἱ ἐπαγ­γελ­μα­τι­κὲς ἔρχον­ται νὰ ὑπο­τά­ξουν καὶ νὰ στραγ­γα­λί­σουν τὴν ἐλευ­θε­ρία τῆς ἀνθρώ­πι­νης καρ­δι­ᾶς.

Κάπο­τε ὅμως αὐτὴ ἡ σκλα­βω­μέ­νη ψυχὴ μέσα ἀπὸ ποικίλα γεγονότα τῆς ζωῆς βρί­σκει τὸ θάρ­ρος νὰ τοπο­θε­τη­θεῖ μπρὸς στὸ μεγά­λο ἐρώ­τη­μα «Τί ποι­ή­σας ζωὴν αἰώ­νι­ον κλη­ρο­νο­μή­σω». Ἀσφα­λῶς ὁ νέος της περι­κο­πῆς θὰ εἶχε πολ­λὰ πρά­γμα­τα κατα­φέ­ρει μέχρι τότε στὴ ζωή του. Φαί­νε­ται ὅμως πὼς ὅλα αὐτὰ δὲν τὸν ἱκα­νο­ποι­οῦ­σαν, δὲν γέμι­ζαν τὴν ψυχή του, δὲν τοῦ ἔδι­ναν τὴν πλη­ρο­φο­ρία ὅτι ὅλα πήγαι­ναν καλά. Αὐτὴ ἀκρι­βῶς ἡ ἀνη­συ­χία εἶναι ἡ ἀσί­γα­στη ἐπι­θυ­μία τῆς ψυχῆς, ποὺ θέλει νὰ βάλει τὸν ἄνθρω­πο στὸν δρό­μο τῆς αἰω­νι­ό­τη­τος. Για­τί μόνον αὐτὴ ξέρει πὼς ὅλες οἱ ἀνθρώ­πι­νες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες δὲν ἔχουν καμ­μία ἀξία, ἂν δὲν συν­το­νί­ζον­ται στὴ συχνό­τη­τα τῆς αἰω­νι­ό­τη­τος. Για­τί μόνον αὐτὴ ἀξι­ο­ποι­εῖ τὸν ἄνθρω­πο καὶ τὰ ἐπι­τεύ­γμα­τά του. Θὰ ἄντε­χε ἆρα­γὲ ὁ ἄνθρω­πος τὴ ζωὴ στὴ γῆ χωρὶς νὰ νοη­μα­τί­ζεται μὲ ὅ,τι προ­φέ­ρει ὁ κόσμος τῆς ψυχῆς του;

Τοῦ­το τὸ ἐρώ­τη­μα πρέ­πει πολὺ συχνὰ νὰ θέτει ὁ ἄνθρω­πος στὸν ἑαυ­τό του. Νὰ ρωτάει μὲ εἰλι­κρί­νεια «τί ἔκα­να, γιὰ νὰ κερ­δί­σω τὴν ἀθα­να­σία;», διότι αὐτὸ θὰ τὸν βοη­θή­σει νὰ ἀξι­ο­λο­γή­σει τὰ ἔργα του μέχρι σήμε­ρα. Θὰ μετρή­σει τὶς σκέ­ψεις του μὲ τὴν αἰώ­νια λογι­κή, θὰ ζυγί­σει τὰ ἔργα του στὴ ζυγα­ριὰ τῶν αἰω­νί­ων ἀξι­ῶν καὶ θὰ καλλιεργήσει τὸν πόθο γιὰ τὴν κατά­κτη­ση τῆς βασι­λεί­ας τοῦ Θεοῦ.

Λυπημένο εἶδαν οἱ μαθη­τὲς τὸν πλού­σιο νέο νὰ φεύ­γει μέσα στὸ σύν­νε­φο τῆς δυσκο­λίας γιὰ σωτη­ρί­α, καθὼς ὁ Θεάν­θρω­πος τὴν ἀνέ­πτυ­ξε καὶ τὴν στή­ρι­ξε πάνω στὴ θυσία. Θὰ ἔλε­γε κανεὶς πὼς καὶ οἱ μαθη­τὲς ποὺ τόσο κον­τὰ ζοῦ­σαν μὲ τὸν Ἰησοῦ, εἶχαν ἀπελ­πι­στεῖ. Γι᾿ αὐτὸ ρωτοῦν τὸν Διδά­σκα­λο «τὶς δύνα­ται σωθῆ­ναι;». Καὶ ἡ ἀπάν­τη­σις τοῦ Κυρίου «τὰ ἀδύ­να­τα παρ'᾿ ἀνθρώ­ποις δυνα­τὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστὶν», ἀνα­πτε­ρώ­νει τὸν ἄνθρω­πο καὶ τοῦ προ­σφέ­ρει τὴν βεβαι­ό­τη­τα γιὰ τὴν νίκη καὶ τὴν κατά­κτη­ση τῆς σωτη­ρί­ας. Ὅ,τι γιὰ τὸν ἄνθρω­πο εἶναι ἀφάν­τα­στα δύσκο­λο ἢ ἀκα­τόρ­θω­το γιὰ τὸν Κύριο εἶναι μηδα­μι­νό, για­τί Ἐκεῖ­νος θέλει τὴ σωτη­ρί­α μας. Μένει σὲ μᾶς νὰ ἀσκή­σου­με βία στὸν ἑαυ­τό μας γιὰ τὸ σκο­πὸ αὐτό. Ἀπὸ τὴν στι­γμὴ ποὺ ἀνα­γνω­ρί­ζου­με τὶς ἐλλεί­ψεις καὶ τὶς ἀστο­χί­ες μας, γίνε­ται τὸ ξεκί­νη­μα τῆς νίκης. Ἂν πιστεύ­ου­με ὅτι ὑστε­ροῦ­με ἔναν­τι τοῦ Θεοῦ, τότε ἡ ἁγι­ό­της δὲν εἶναι μακριά. Ἂν τὴν ὑπό­δει­ξη τοῦ Κυρί­ου μας «δεῦ­ρο ἀκο­λού­θει μοι» δὲν τὴν δεχθοῦ­με, ὅπως ἔκα­νε ὁ πλού­σι­ος νέος του εὐαγ­γε­λί­ου, τότε δὲν θὰ μᾶς εἶναι εὔκο­λο νὰ λέμε «πάν­τα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυ­να­μοῦν­τι με Χρι­στῷ» (Φιλιπ. 4-13). Καὶ ὅταν κανεὶς ἀκο­λου­θεῖ Ἐκεῖ­νον, ἐμπιστεύεται τὸν ἑαυ­τό του σὲ Ἐκεῖ­νον, δὲν ρωτά­ει πλέ­ον πῶς θὰ κερ­δί­σει τὴν αἰώ­νι­ον ζωήν, για­τί ὁ Χρι­στὸς εἶναι παρὼν καὶ εὐλο­γεῖ.

Ὁ πλού­σι­ος νέος τῆς παρα­βο­λῆς ἦταν ἐλεύ­θε­ρος ἀπὸ μεγά­λες ἁμαρ­τί­ες. Τὸν ἐμπό­δι­ζαν στὴν πνευ­μα­τι­κή του ἄνο­δο καὶ τελει­ό­τη­τα τὰ πλού­τη του καὶ ἡ προ­σκόλ­λη­σή του σὲ αὐτά. Ἔδι­νε μεγα­λύ­τε­ρη ἀξία στὰ ὑλι­κὰ ἀγα­θά, τὰ πρόσκαι­ρα, παρὰ στὸν αἰώ­νιο Θεό. Ἡ ὑπέρ­με­τρη ἀγά­πη του πρὸς τὰ ὑλι­κὰ ἀγα­θὰ καὶ τὰ κτή­μα­τα, τοῦ στέ­ρη­σε τὴν ἠθι­κὴ τελει­ό­τη­τα καὶ τὸν ἀπε­μά­κρυ­νε ἀπὸ τὸν Θεό. «Δυσκό­λως γὰρ οἱ τὰ χρή­μα­τα ἔχον­τες εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασι­λεί­αν τοῦ Θεοῦ».

Ἀδελ­φοί μου, ἡ Ἐκκλη­σία δὲν δικαι­ώ­νει οὔτε τὸν πλοῦ­το οὔτε τὴν φτώ­χεια. Οὔτε πτω­χὸς θὰ κλη­ρο­νο­μή­σει τὴν βασι­λεία τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ εἶναι πτω­χός, οὔτε πλού­σι­ος θὰ τὴν χάσει, ἐπειδὴ εἶναι πλού­σι­ος. Ἡ Χάρις τοῦ Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος, ἀπα­λάσ­σει τὸν πρῶ­το ἀπὸ τὴν ἀπό­γνω­ση καὶ τὸν δεύ­τε­ρο ἀπὸ τὴν φυλαρ­γυ­ρία, ὁπό­τε ἀπο­λαμ­βά­νουν τὶς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ καὶ πλού­σι­οι καὶ πτω­χοί, ἄν τὶς θέλουν. Γένοιτο.

imml.gr

Pin It