HeadShort.png

22/12 Ματθαίος α΄1-25 [Ι.Μ.Μεσογαίας]

 

Από Αρχείο

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗΣ (Μτθ. α΄ 1-25)

Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως σήμερα, καὶ τὰ Ἀναγνώσματα εἶναι σχετικὰ μὲ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων. Ἀκούσαμε στὸ εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα μετὰ τὸν γενεαλογικὸ κατάλογο τοῦ Κυρίου τὰ περιστατικὰ τῆς κατὰ σάρκα Γεννήσεώς Του. Ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίσθηκε στὸν Ἰωσὴφ, "κατ’ ὄναρ", καὶ τοῦ εἶπε ὅτι ἡ μνηστή του Μαρία εἶναι ἁγνή, καὶ τὸ παιδὶ ποὺ κυοφορεῖ, δὲν εἶναι συνηθισμένο, διότι προέρχεται ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύμα­τος. Τὸν γιὸ ποὺ θὰ γεννήσει θὰ πρέπει νὰ τὸν ὀνομάσει Ἰησοῦ· Αὐτὸς θὰ σώσει τὸν λαό Του ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του.

Ἂς δοῦμε λοιπὸν σήμερα τί σημαίνει τὸ ὄνομα «Ἰησοῦς» καὶ τί σημασία ἔχει αὐτὸ γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ κάθε πιστοῦ.

Τὸ ὄνομα «Ἰησοῦς» στὰ Ἑλληνικὰ σημαίνει Σωτήρ. Εἶναι ὄνομα ποὺ δὲν τὸ ἔδωσαν στὸ θεῖο Βρέφος οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ τὸ ὅρισε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς διὰ τοῦ ἀγγέλου Του καὶ δηλώνει τὴν ἀποστολὴ τοῦ Κυρίου. Καὶ ἡ ἀποστολή Του εἶναι νὰ σώσει τὸν λαό Του ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του. Ἐκεῖνος θὰ ἐξασφαλίσει τὴ σωτηρία γιὰ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος, καὶ ὅσοι Τὸν ἐγκολπωθοῦν ὡς Σωτήρα καὶ Λυτρωτή τους θὰ σωθοῦν. Αὐτοὶ θὰ ἀποτελέσουν τὸν λαό Του.

Νὰ δοῦμε τὶ σημαίνει θὰ σώσει τὸν λαό Του ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἔσωσαν συνανθρώπους τους ἀπὸ τὸν σωματικὸ θάνατο, στρατηγοὶ ποὺ ἔσωσαν τὴν Πατρίδα τους ἀπὸ τὴν ὑποδούλωση, ἐπιστήμονες ποὺ μὲ τὶς ἐφευρέσεις τους εὐεργέτησαν πλήθη ἀν­­θρώπων.

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ὅμως σώζει ὅλες τὶς γενιὲς τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὸ πιὸ μεγάλο κακό, τὴν αἰτία ὅλων τῶν κακῶν. Σώζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν αἰώνια κόλαση. Ἔρχεται μὲ τὸν λόγο Του νὰ διδάξει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἀλήθεια· μὲ τὴ ζωή Του νὰ δώσει τὸ τέλειο παράδειγμα τῆς ἀρετῆς· μὲ τὸ Πάθος Του νὰ πάρει ἐπάνω Του τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, νὰ χαρίσει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἄφεση, νὰ τὸν συμφιλιώσει μὲ τὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ σωτηρία μὲ τὴν ἀπόλυτη σημασία τῆς λέξεως. Γι᾿ αὐτὸ εἶπε ὁ ἄγγελος: «Αὐτὸς γὰρ σώσει». Αὐτὸς θὰ σώσει, ὄχι ἄλλος. Κανεὶς ἄλλος δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει. Ἀπολύτως κανείς. «Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία», διακήρυξε ἀργότερα ὁ ἀπόστολος Πέτρος (Πράξ. δ´ 12). Δὲν ὑπάρχει ἄλλο ὄνομα στὴ γῆ τὸ ὁποῖο ἔχει δώσει ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους καὶ ἔχει ὁρίσει ὅτι μ'᾿ αὐτὸ μποροῦμε νὰ σωθοῦμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι.

Ὅσοι τελικὰ πιστεύουμε στὸν Κύριο Ἰησοῦ καὶ θέλουμε νὰ γευτοῦμε τὴ σωτηρία ποὺ Ἐκεῖνος χαρίζει, ὀφείλουμε ἀσφαλῶς νὰ γίνουμε λαός Του. Ἤδη μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα γίναμε μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του, ἡ ὁποία παρέχει τὴ σωτηρία διὰ τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ πρέπει νὰ μᾶς συνέχει καὶ νὰ ἀναγνωρίζουμε συνειδητὰ τὸν Κύριο Ἰη­­σοῦ ὡς τὸν Μόνο Σωτήρα. Νὰ μὴν ἐπηρεαζόμαστε ἀπὸ τὸ πνεῦ­μα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς Παν­­θρησκείας, ποὺ κηρύσσουν τὴν πλάνη, ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες πρέπει νὰ εἶναι ἀποδεκτές, διότι τάχα εἶναι διαφορετικοὶ δρόμοι ποὺ ὁδηγοῦν ὅλοι στὸ Θεό. Ὅποιος θέλει νὰ ἀξιωθεῖ τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας καὶ νὰ ἑορτάζει ἀληθινὰ Χριστούγεννα, ὀφείλει νὰ φυλάσσει τὴν Ὀρθόδοξη πίστη του ἀμόλυν­τη καὶ νὰ ὁμολογεῖ πίστη μόνο στὸν Κύριο Ἰησοῦ καὶ στὸν Πατέρα καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸν μόνο ἀληθινὸ ἐν Τριάδι Θεό. Ἐπιπλέον ὀφείλει νὰ ζεῖ ζωὴ μετανοί­ας. Γιατὶ ὁ Κύριος δὲν σώζει ἀπὸ τὶς ἁ­μαρτίες του ἐκεῖνον ποὺ δὲν θέλει νὰ τὶς ἀπαρνηθεῖ. Καὶ δὲν τὸν σώζει, διότι σέβεται τὴν ἐλευθερία του. Γιὰ νὰ σωθοῦμε λοιπόν, καλούμαστε ἐλεύθερα, μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά, νὰ πα­­ραδώσουμε τὴ ζωή μας στὸ Χριστό· νὰ τηροῦμε τὸ θέλημά Του καὶ νὰ μετανοοῦμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Ἡ δὲ συμμετοχή μας στὴν μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μᾶς κάνει κληρονόμους τῆς Βασιλείας Του.

Ἰησοῦς εἶναι τὸ μοναδικὸ ὄνομα καὶ πρό­­σωπο ποὺ περίμεναν οἱ αἰῶνες. Τὸ ὄ­νομα ποὺ ἀποκαλύπτει τὰ ἀληθινὰ δῶρα τῶν Χριστουγέννων, καὶ ποὺ δὲν εἶναι αὐτὰ ποὺ ἀντα-λάσσουμε μεταξύ μας, ἀλλὰ αὐτὰ ποὺ προσφέρει ἡ ἀγάπη τοῦ Νηπιάζοντος Ἰησοῦ. Ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, ἡ σωτηρία, ἡ ἀναγέννηση, ἡ θέωση.

Ἂς περάσουμε αὐτὲς τὶς ἅγιες ἡμέρες μὲ εὐγνωμοσύνη καὶ δοξολογία στὸ Θεὸ γι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους.

imml.gr

17/12 I.M. Μεσογαίας : Λουκ. ιδ΄ 16-24 / Μτθ. κβ΄ 14


17 Δε­κεμ­βρί­ου 2017

Στὸ ση­με­ρι­νὸ Εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀνά­γνω­σμα, ἀδελ­φοί μου, ἀκού­σα­με τὴν πα­ρα­βο­λὴ τοῦ με­γά­λου δεί­πνου ποὺ ἐκ­φρά­ζει τὴν οἰ­κο­νο­μία τοῦ Σω­τῆ­ρος Χρι­στοῦ καὶ ἀπο­κα­λύ­πτει «τὴν ἀνέκ­φρα­στον ἀπό­λαυ­σιν τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θεοῦ».

Εὑ­ρι­σκό­με­νος ὁ Κύ­ρι­ος σὲ κά­ποιο δεῖ­πνο, ἕνας ἐκ τῶν συν­δαι­τυ­μό­νων τοῦ εἶπε· «Μα­κά­ρι­ος ὃς φά­γε­ται ἄρ­τον ἐν τῇ Βα­σι­λείᾳ τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 14-15), δη­λα­δὴ εἶ­ναι εὐ­τυ­χὴς ἐκεῖ­νος ποὺ θὰ ἀξι­ω­θεῖ νὰ κα­θί­σει μαζὶ μὲ τόν μεσ­σία, τοὺς Πα­τρι­άρ­χες καὶ τοὺς προ­φῆ­τες στὴν τρά­πε­ζα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ θὰ ἔχει οὐ­ρά­νια χαρὰ καὶ εὐ­φρο­σύ­νη. Ποι­οὶ ὅμως θὰ ἀπο­λαύ­σουν αὐτὴ τὴ μα­κα­ρι­ό­τη­τα καὶ εὐ­τυ­χία; Μή­πως, ἐνῷ ὅλοι προ­σκα­λοῦν­ται, ὑπάρ­χουν με­ρι­κοὶ οἱ ὁποῖ­οι ἀρ­νοῦν­ται τὴν συμ­με­το­χή τους καὶ χά­νουν τὸν οὐ­ρά­νιο θη­σαυ­ρό; Μή­πως ὁ οὐ­ρά­νι­ος οἰ­κο­δε­σπό­της γνω­στο­ποι­εῖ σὲ ὅλους τὴν πρό­σκλη­ση, ἀλλὰ οἱ προ­σκα­λού­με­νοι στρέ­φουν τὰ νῶτα καὶ παίρ­νουν ἄλ­λες κα­τευ­θύν­σεις;

Ὁ Θεὸς ἀδελ­φοί μου, προ­σκα­λεῖ τὸν ἄν­θρω­πο συ­νε­χῶς, ἀλλὰ ἐμεῖς εἴ­μα­στε ἀρ­νη­τὲς τῆς με­γά­λης κλή­σε­ως. Δὲν ἐπι­λέ­γου­με τὴν ἐπι­στρο­φὴ στὴν προ­πτω­τι­κὴ κα­τά­στα­ση, τὴν συμ­με­το­χή μας στὴν ζω­ο­ποιὸ χάρη, δὲν θέ­λου­με νὰ χορ­τά­σου­με ἀπὸ τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς, γι’᾿αὐτὸ καὶ μέ­νου­με νη­στι­κοὶ πνευ­μα­τι­κὰ καὶ πει­να­σμέ­νοι.

Σὲ τρεῖς κα­τη­γο­ρί­ες κα­τέ­τα­ξε ὁ Κύ­ρι­ος ὅσους ἀρ­νοῦν­ται νὰ γευ­θοῦν τὰ ἀγα­θὰ τοῦ δεί­πνου Του. Στὴν πρώ­τη ὁμά­δα εἶ­ναι οἱ δοῦ­λοι τῶν αἰ­σθη­τῶν. «Ἀγρὸν ἠγό­ρα­σα καὶ ἔχω ἀνάγ­κην ἐξελ­θεῖν καὶ ἰδεῖν αὐ­τόν». Ἐδῶ ἀνή­κουν οἱ ἄν­θρω­ποι ἐκεῖ­νοι ποὺ ἀρ­νοῦν­ται νὰ ἐκ­κλη­σι­α­σθοῦν καὶ νὰ ἐκ­κλη­σι­ο­ποι­η­θοῦν, γι­α­τὶ εἶ­ναι ὑπο­δου­λω­μέ­νοι στὴν ὕλη. Δὲν τὴν βλέ­πουν ὡς δῶρο Θεοῦ καὶ δὲν τὴν ἀνα­φέ­ρουν σὲ Αὐ­τόν. Τί κά­νου­με στὴν Θεία Λει­τουρ­γία; Προ­σφέ­ρου­με τοὺς καρ­πούς μας στὸν Θεὸ ποὺ τοὺς ἁγι­ά­ζει καὶ στὴν συ­νέ­χεια ἁγι­α­ζό­μα­στε καὶ ἐμεῖς ἀπὸ αὐ­τούς. Ὅταν δὲν ζοῦ­με εὐ­χα­ρι­στι­α­κά, ὅταν δὲν θε­ω­ροῦ­με τὰ ἀγα­θά μας ὡς δῶρο Θεοῦ, τότε ὑπη­ρε­τοῦ­με δου­λι­κὰ τὴ γῆ, ἀφή­νον­τας ἔρη­μη τὴν καρ­διά μας, πει­να­σμέ­νη τὴν ψυχή μας.

Δεύ­τε­ρη ὁμά­δα ἀρ­νη­τῶν καὶ πνευ­μα­τι­κὰ πει­να­σμέ­νων εἶ­ναι οἱ δοῦ­λοι τῆς ἐρ­γα­σί­ας. «Ζεύ­γη βοῶν ἠγό­ρα­σα πέν­τε καὶ πο­ρεύ­ο­μαι δο­κι­μά­σαι αὐτά». Ὁμά­δα ἀν­θρώ­πων μὲ νοῦ καὶ καρ­διὰ προ­ση­λω­μέ­να στὰ γή­ι­να, στὴ δου­λειὰ ποὺ γί­νε­ται ἔτσι δου­λεία, γι­α­τὶ ὑπο­χρε­ώ­νει αὐ­τοὺς τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ εἶ­ναι ὑπο­τα­γμέ­νοι στὸν χρό­νο, νά με­τρᾶ­νε τὴ ζωή τους μὲ ὀχ­τά­ω­ρα καὶ ἐρ­γά­σι­μες μέ­ρες, νὰ δυ­σκο­λεύ­ον­ται νὰ κα­τα­λά­βουν ὅτι ἐρ­γά­ζον­ται γιὰ νὰ ζοῦν καὶ ὄχι ὅτι ζοῦν γιὰ νὰ ἐρ­γά­ζον­ται. Ἡ Ἐκ­κλη­σία ὅμως δὲν ἀρ­νεῖ­ται τὴν ἐρ­γα­σία, ἀλλὰ δὲν τὴν ἀπο­λυ­το­ποι­εῖ. Τὴν θε­ω­ρεῖ σὰν ἐρ­γό­χει­ρο στὴ ζωή μας. Ἔτσι κέν­τρο καὶ στό­χος τῶν ἐπι­δι­ώ­ξε­ών μας πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ ἐν Χρι­στῷ ζωή, ἡ ἀπο­δε­σμευ­μέ­νη ἀπὸ τὴν δου­λεία τοῦ χρό­νου, ἀπὸ τὴν τυ­ραν­νία τοῦ κέρ­δους.

Κατὰ ἕνα πε­ρί­ερ­γο τρό­πο ἡ τρί­τη ὁμά­δα ἀρ­νη­τῶν καὶ πει­να­σμέ­νων προ­βάλ­λει ὡς δι­και­ο­λο­γία τῆς ἀρ­νή­σε­ώς τους τὴν οἰ­κο­γε­νει­α­κὴ ζωή. «Γυ­ναῖ­κα ἔγη­μα καὶ διὰ τοῦ­το οὐ δύ­να­μαι ἐλ­θεῖν». Ὁ γά­μος ἔγι­νε ἐμ­πό­διο καὶ δὲν ἔλα­βαν μέ­ρος στό με­γά­λο δεῖ­πνο. Συμ­βαί­νει καὶ σή­με­ρα αὐτό. Ἀρ­κε­τοὶ θε­ω­ροῦν τὸν γάμο καὶ τὰ οἰ­κο­γε­νει­α­κὰ βάρη ἐμ­πό­διο. Ὅμως ἡ Ἐκ­κλη­σία εὐ­λο­γεῖ τὴ συ­ζυ­γία καὶ τὴν οἰ­κο­γε­νει­α­κὴ ζωή, ἡ ὁποία μὲ τή με­το­χή της στὴ λα­τρεία ἐλα­φρώ­νει τὸ βά­ρος της, ἀνα­νεώνε­ται καὶ δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἑνό­τη­τά της.

Ἡ πρώ­τη ὁμά­δα, ποὺ ἀρ­νοῦν­ται τὴ συμ­με­το­χή τους στό με­γά­λο Δεῖ­πνο δε­μέ­νοι μὲ τὸν ἀγρὸ καὶ τὴν γῆ, ἀπο­κη­ρύσ­σουν τὴν πρό­σκλη­ση γιὰ σω­τη­ρία. Ἄρ­νη­ση ὅμως τῆς σω­τη­ρί­ας ση­μαί­νει ἐπι­λο­γὴ τοῦ θα­νά­του. Ἡ δεύ­τε­ρη ὁμά­δα εἶ­ναι φορ­τω­μέ­νη ἀπὸ τὸν κόπο καὶ τὴν φρον­τί­δα γιὰ τὰ ἐπαγ­γελ­μα­τι­κά, γι’ αὐτὸ μὲ πεῖ­σμα φρον­τί­ζουν ὑπερ­βο­λι­κὰ τὶς ἐρ­γα­σί­ες τους καὶ ὄχι τὴ σω­τη­ρία τους. Ἀδι­α­φο­ρία ὅμως γιὰ τὴ σω­τη­ρία ση­μαί­νει θά­να­το. Ἡ τρί­τη ὁμά­δα ἀνό­η­τα ὑπο­στη­ρί­ζει πὼς δὲν συμ­βι­βά­ζε­ται οἰ­κο­γε­νει­α­κὴ ζωὴ καὶ θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα, ἐνῷ οὐ­σι­α­στι­κὰ αὐ­το­στερεῖ­ται τὸν πνευ­μα­τι­κὸ ἀνε­φο­δι­α­σμό.

Ὅλοι, ἀδελ­φοί μου, κα­τα­λα­βαί­νου­με ὅτι ἡ ση­με­ρι­νὴ Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ τοῦ Με­γά­λου Δεί­πνου καὶ τῶν προ­σκε­κλη­μέ­νων ἀφο­ρᾷ στό με­γά­λο Δεῖ­πνο τῆς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας, ὅπου προ­σφέ­ρε­ται «ὁ Ἄρ­τος τῆς ζωῆς ὁ ἐκ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ κα­τα­βὰς» (Ἰωάν. 6-51), ποὺ μᾶς με­ταγ­γί­ζει τὴ Ζωὴ καὶ τὴν Ἀνά­στα­ση. Αὐτὴ τὴν προ­ο­πτι­κή, αὐτὴ τὴ δι­ά­στα­ση τὴ ζοῦ­με μόνο στὴ Θεία Εὐ­χα­ρι­στία, γι­α­τὶ ἐκεῖ ὅλα καὶ ὅλοι με­τα­μορ­φώ­νον­ται, ὅλα ἀλ­λά­ζουν. Τότε τὸ πα­ρὸν γί­νε­ται αἰ­ώ­νιο καὶ τὸ αἰ­ώ­νιο ἔρ­χε­ται τόσο κον­τά μας μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς κα­θι­στᾶ συν­δαι­τυ­μό­νες στὸ οὐ­ρά­νιο δεῖ­πνο Του, δη­λα­δὴ κλη­ρο­νό­μους τῆς οὐ­ρά­νι­ας Βα­σι­λεί­ας Του. Ἀμήν.

imml.gr

9/12 Λουκ. ιγ΄, 10-17 [Ι.Μ. Μεσογαίας]

(από Αρχείο)

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ

Ἡ ὑπό­μνη­ση τοῦ ἀρ­χι­συ­να­γώ­γου πρὸς τὸ λαό, ἀδελ­φοί μου, τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του φαί­νε­ται ἐν πρώ­της ὄψε­ως «νό­μι­μη», ἀλλὰ στὴν πρα­γμα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι ὑπο­κρι­τι­κή, γι­α­τὶ ὁ τρό­πος καὶ ὁ χρό­νος τῆς δι­δα­σκα­λί­ας δεί­χνουν ὅτι ὑπῆρ­χε ἐμ­πά­θεια, ζή­λεια, ἔλ­λει­ψη ἀγά­πης καὶ τε­λι­κὰ ἄγνοια τοῦ σκο­ποῦ τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του. Αὐτὴ εἶ­ναι ἡ αἰ­τία ποὺ ὁ Χρι­στός, ποὺ εἶ­ναι ἡ ἐνυ­πό­στα­τη Ἀλή­θεια, δη­λα­δὴ ὁ Λό­γος καὶ ἡ πρά­ξη μαζί, ξε­σκέ­πα­σε τὴν ὑπο­κρι­σία του.

Στὴν Πα­λαιὰ Δι­α­θή­κη, ὁ ἄσαρ­κος Λό­γος «νό­μον ἔδω­σε εἰς βο­ή­θει­αν» τῶν ἀν­θρώ­πων, ὥστε νὰ μπο­ροῦν νὰ δι­α­κρί­νουν με­τα­ξὺ τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ. Με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων νό­μων ἔδω­σε καὶ τὴν ἀρ­γία τοῦ Σαβ­βά­του «μνή­σθη­τι τὴν ἡμέ­ραν τοῦ Σαβ­βά­του ἁγι­ά­ζειν αὐ­τήν· ἓξ ἡμέ­ρας ἐργᾶ καὶ ποι­ή­σεις πάν­τα τὰ ἔργα σου τῇ δὲ ἑβδό­μῃ σάβ­βα­τα Κυ­ρίῳ τῷ Θεῷ σου» (Ἐξ. 20-8). Ἡ ἀρ­γία τοῦ Σαβ­βά­του, ποὺ ση­μαί­νει ἀνά­παυ­ση, εἶ­ναι μί­μη­ση τοῦ Θεοῦ ποὺ τὴν ἑβδό­μη ἡμέ­ρα «κα­τέ­παυ­σε ἀπὸ πάν­των τῶν ἔρ­γων Αὐ­τοῦ… καὶ εὐ­λό­γη­σεν ὁ Θεὸς τὴν ἡμέ­ραν τὴν ἑβδό­μην» (Γέν. 2, 3). Ὁ Ἰου­δαῖ­ος ἔπρε­πε νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σει τὸν Θεὸ γιὰ τὴ δω­ρεὰ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας καὶ νὰ Τὸν δο­ξο­λο­γή­σει. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὴν ἡμέ­ρα τοῦ Σαβ­βά­του πή­γαι­νε στὸν ναὸ ἢ τὴν συ­να­γω­γὴ καὶ ἀφι­έ­ρω­νε τὸν χρό­νο του στήν με­λέ­τη τοῦ νό­μου καὶ τὴν προ­σευ­χή.

Ὅπως μᾶς δι­η­γή­θη­κε ὁ ἱε­ρὸς Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς σή­με­ρα, σὲ μιὰ συ­να­γω­γὴ τῆς Πα­λαι­στί­νης, ἕνα Σάβ­βα­το, ὁ Χρι­στὸς δι­δά­σκει. Τὰ λό­για Του μα­γνη­τί­ζουν. Τὰ ρή­μα­τά Του εὐ­ερ­γε­τοῦν «ὡς δρό­σος Ἀερ­μών». Μύρο καὶ εὐ­ω­δία στα­λά­ζουν τὰ χεί­λη Του καὶ σκορ­πί­ζουν ἀνέκ­φρα­στη χαρά. Ἔχει συγ­κεν­τρω­θεῖ στὴν συ­να­γω­γὴ κό­σμος πο­λύς, γιὰ νὰ ἀκού­σει «ρή­μα­τα ζωῆς αἰ­ω­νί­ου» ἀπὸ Ἐκεῖ­νον ποὺ ὁμι­λεῖ, ὅπως ποτὲ ἄλ­λο­τε δὲν μί­λη­σε ἄν­θρω­πος στὶς καρ­δι­ὲς τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἄν­δρες, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά, ἐπί­ση­μοι τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ καὶ μή, πι­στοὶ στὴν ἐν­το­λὴ τοῦ Δε­κα­λό­γου «τὰ σάβ­βα­τα Κυ­ρίῳ τῷ Θεῷ σου» ἔχουν ἔλ­θει, γιὰ νὰ λά­βουν μέ­ρος στὴν κοι­νὴ προ­σευ­χή.

Τὴν ἡμέ­ρα αὐτὴ σὲ μιὰ γω­νιὰ τῆς συ­να­γω­γῆς ἕνα δύ­σμορ­φο πλά­σμα κι­νεῖ­ται μέσα στὴ συ­­να­γω­γή. Μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ ἦταν ἄρ­ρω­στη. Ἡ ἀρ­ρώ­στια της προ­έρ­χε­ται ἀπὸ ἐνέρ­γεια τοῦ σα­τα­νᾶ. Τὸ κε­φά­λι της ἦταν στραμ­μέ­νο πρὸς τὰ κάτω «μὴ δυ­να­μέ­νη ἀνα­κῦ­ψαι εἰς τὸ παν­τε­λές». Μιὰ ἀξι­ο­θρή­νη­τη καὶ ἀξι­ο­λύ­πη­τη ὕπαρ­ξη, ποὺ δε­κα­ο­κτὼ ὁλό­κλη­ρα χρό­νια ὑπέ­με­νε τὴν δο­κι­μα­σία της χω­ρὶς νὰ βα­ρυγ­κο­μή­σει, χω­ρὶς νὰ δει­λι­ά­σει, χω­ρὶς νὰ ἀπο­γο­η­τευ­θεῖ. Ὅμως παρὰ τὶς δυ­σκο­λί­ες τῆς ἀσθέ­νει­άς της, με­τέ­βαι­νε στὸν τόπο τῆς λα­τρεί­ας τοῦ Θεοῦ, γι­α­τὶ ἐπι­θυ­μοῦ­σε νὰ θρέ­ψει τὴν ψυχή της μὲ τὴ δι­δα­χὴ τοῦ λό­γου Του. Μιὰ τέ­τοια σα­κα­τε­μέ­νη γυ­ναί­κα θὰ ἦταν δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη ἂν δὲν πή­γαι­νε στὴ συ­να­γω­γή, γιὰ νὰ προ­σευ­χη­θεὶ. Ἔτρε­φε ὅμως μέσα της ἀκτῖ­να πί­στε­ως καὶ ἐλ­πί­δας γιὰ τὴν ἀπο­κα­τά­στα­ση τῆς ὑγεί­ας της ἀπὸ τὸν Θεό. Αὐτὸ τὸ Σάβ­βα­το τὴν βλέ­πει ὁ Χρι­στός. Ἔρ­ρι­ξε πάνω της ἕνα βλέμ­μα γε­μᾶ­το στορ­γὴ καὶ συμ­πά­θεια. Εἶδε τὴν εὐ­λά­βειά της, εἶδε τὴν ὑπο­μο­νή της, μέ­τρη­σε τὴν δο­κι­μα­σία της, τὴν σπλαγ­χνί­στη­κε καὶ ὡς παν­το­δύ­να­μος προ­στά­ζει «Γῦ­ναι ἀπο­λέ­λυ­σαι τῆς ἀσθε­νεί­ας σου». Ἕνας ξε­ρὸς τρι­γμὸς ἀκού­στη­κε μέσα ἀπὸ τὰ κόκ­κα­λά της καὶ τὸ κυρ­τω­μέ­νο κορ­μί της, ποὺ ἔγι­νε ἴσιο σὰν κυ­πα­ρίσ­σι, καὶ τὸ κε­φά­λι τώρα πιὰ κοί­τα­ξε ψηλὰ καὶ ἐδό­ξα­σε τὸν Θεό.

Τὴν εὐ­ερ­γε­σία αὐτὴ ὅμως, γιὰ τὴν ὁποία ὅλος ὁ λαὸς χά­ρη­κε, δι­α­βάλ­λει καὶ συ­κο­φαν­τεῖ καὶ βρί­ζει μία ὑπο­κρι­τι­κὴ ψυχή, μιὰ καρ­διὰ ποὺ κρύ­βει μέσα της δόλο καὶ φθό­νο. Ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος. Ἐπει­δὴ φθό­νη­σε τό με­γά­λο αὐτὸ θαῦ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, ποὺ μὲ ἕνα μόνο λόγο θε­ρά­πευ­σε τὴ γυ­ναῖ­κα ἀπὸ τὴν πο­λυ­χρό­νια ἀρ­ρώ­στια, ὑπο­κρί­νε­ται πὼς βε­βη­λώ­θη­κε τὸ Σάβ­βα­το. Μὲ μά­τια ἀγρι­ε­μέ­να, μὲ χεί­λη ποὺ τρέ­μουν ἀπὸ κα­κία, ὑψώ­νει τὰ χέ­ρια ποὺ κρα­τοῦ­σαν τὸν Νόμο, τὴν Γρα­φὴ καὶ ἐπι­τί­θε­ται κατὰ τοῦ λαοῦ. «Δὲν πρέ­πει νὰ ἔρ­χε­σθε τὸ Σάβ­βα­το νὰ θε­ρα­πεύ­ε­σθε, ἀλλὰ τὶς ἄλ­λες μέ­ρες». Δὲν τολ­μᾶ, ἀδελ­φοί μου, νὰ ἐπι­τε­θεῖ κατὰ πρό­σω­πο στὸν Χρι­στό. Τὰ βά­ζει μὲ τὸν λαὸ ποὺ ἀπο­λαμ­βά­νει τὶς θε­ρα­πεῖ­ες τὴν ἡμέ­ρα τοῦ Σαβ­βά­του, ὑπο­κρι­νό­με­νος ὅτι ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται, γιὰ νὰ μὴ κα­τα­λυ­θεῖ ἡ κα­θο­ρι­σμέ­νη ἀρ­γία.

Μὰ ἡ ἀγα­θο­ερ­γία, τοῦ λέει ὁ Κύ­ρι­ος, δὲν εἶ­ναι κα­τά­λυ­ση τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του οὔτε βε­βή­λω­σή του ἀλλὰ καλὴ χρη­σι­μο­ποί­η­ση τῆς ἡμέ­ρας. «Τὸ Σάβ­βα­τον διὰ τὸν ἄν­θρω­πον ἐγέ­νε­το καὶ οὐχ ὁ ἄν­θρω­πος διὰ τὸ Σάβ­βα­τον (Μάρ. 2, 27). Μή­πως τάχα, ὑπο­κρι­τὴ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γε, δὲν λύ­νεις τὸ βόδι σου ἢ τὰ ἄλλα ζῶα τῆς ἰδι­ο­κτη­σί­ας σου καὶ τὰ βγά­ζεις ἀπὸ τὸ πα­χνί τους, γιὰ νὰ τὰ πο­τί­ζεις τὸ Σάβ­βα­το; Ὅταν ὁ Θεὸς λύει ὄχι ὑπο­ζύ­γιο ἀλλὰ «θυ­γα­τέ­ρα τοῦ Ἀβρα­άμ», εἰ­κό­να Θεοῦ, τὴν ὁποία ὁ σα­τα­νᾶς γιὰ δε­κα­ο­κτὼ χρό­νια τὴν εἶχε κλεί­σει στὸ σταῦ­λο τῆς θλί­ψε­ως, τοῦ μα­ρα­σμοῦ, τῆς πα­ρα­μορ­φώ­σε­ως, τῆς δί­νει χαρά, τὴν ὁδη­γεῖ στὴν ἐλευ­θε­ρία καὶ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ χαρά, τότε βε­βη­λώ­νε­ται καὶ πα­ρα­βι­ά­ζε­ται ἡ ἐν­το­λὴ γιὰ τὴν ἀρ­γία τοῦ Σαβ­βά­του; Ὑπο­κρι­τή· ὁ φθό­νος καὶ ἡ ὑπο­κρι­σία σου δὲν ἔχουν ὅρια. Βόδι καὶ ὄνος μπο­ροῦν νὰ ἀπο­λαμ­βά­νουν φα­γη­τό, νερό, ἔξο­δο ἀπὸ τὸν σταῦ­λο τὸ Σάβ­βα­το, ὁ ἄν­θρω­πος ὅμως, ἡ εἰ­κό­να τοῦ Θεοῦ, τὸ δη­μι­ούρ­γη­μα τοῦ Θεοῦ ὄχι;

Ἀδελ­φοί μου, ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος προ­σευ­χό­ταν καὶ λά­τρευε τὸν Θεό. Τὰ χεί­λη του, τὸ στό­μα του χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν λό­για τῆς Γρα­φῆς. Στὴν καρ­διά του ὅμως φώ­λι­α­ζε μῖ­σος, κα­κία καὶ ὑπο­κρι­σία. Ἦταν εὐ­σε­βο­φα­νὴς ἀλλὰ ὄχι εὐ­σε­βής. Τέ­τοι ἄν­θρω­ποι ὅμως «Θεὸν ὁμο­λο­γοῦ­σιν εἰ­δέ­ναι, τοῖς δὲ ἔρ­γοις ἀρ­νοῦν­ται». (Τίτ. 1-16). Βδε­λύ­σσε­ται αὐτὴ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ ὁ Θεὸς καὶ λέει «ἐν τοῖς χεί­λε­σιν αὐ­τῶν τι­μῶ­σί με, ἡ δὲ καρ­δία αὐ­τῶν πόρ­ρω ἀπέ­χει ἀπ᾿ ἐμοῦ» (Ἠσα­ΐ­ας 29, 13). Οὐαὶ ὑμῖν, ὑπο­κρι­ταί.

Ἀγα­πη­τοί μου, ἐνῷ «πᾶς ὁ ὄχλος ἔχαι­ρεν» οἱ μορ­φω­μέ­νοι ὁδη­γοὶ τοῦ λαοῦ, οἱ ὑπεύ­θυ­νοι, γιὰ νὰ τὸν δι­α­φω­τί­ζουν, κλεί­νουν τὰ μά­τια, γιὰ νὰ μὴν ἀν­τι­κρύ­σουν τὴν ἀλή­θεια τοῦ προ­σώ­που καὶ τοῦ ἔρ­γου τοῦ Κυ­ρί­ου. Ὁ ἁπλὸς λαὸς χαί­ρε­ται, εὐ­αγ­γε­λί­ζε­ται, κα­τα­λα­βαί­νει, πα­νη­γυ­ρί­ζει, ἐνῷ οἱ ὑπο­κρι­τὲς θὰ προ­βάλ­λουν πάν­τα μιὰ ἀν­τί­στοι­χη ἀρ­γία τοῦ Σαβ­βά­του.

Ἀδελ­φοί, ἡ οὐ­σι­α­στι­κὴ ἔν­νοια τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του εἶ­ναι ἡ ἐπι­στρο­φὴ τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρ­δι­ᾶς στὸν οὐ­ρα­νό. Εἶ­ναι ἡ ἀνά­παυ­ση τῆς ψυ­χῆς ἀπὸ αἰ­σχροὺς καὶ ρυ­πα­ροὺς λο­γι­σμοὺς καὶ ἀπὸ σκο­τει­νὰ ἔργα. Γιὰ μᾶς τοὺς χρι­στι­α­νοὺς ἡ ἀρ­γία τῆς Κυ­ρι­α­κῆς ποὺ ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε τὴν ἀρ­γία τοῦ Σαβ­βά­του ἔχει νό­η­μα καὶ σκο­πὸ σω­τη­ρι­ο­λο­γι­κό. Ἡ Κυ­ρι­α­κά­τι­κη ἀρ­γία δὲν προ­σφέ­ρε­ται γιὰ ἐξω­τε­ρι­κὴ ἀνά­παυ­ση καὶ φυγὴ ἀπὸ τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, ἀλλὰ γιὰ ἐσω­τε­ρι­κὴ κα­τά­παυ­ση μὲ προ­σφο­ρὰ στὸν Θεὸ καὶ στὸν ἄν­θρω­πο. Προ­σφέ­ρε­ται γιὰ «λόγῳ καὶ ἔργῳ» με­το­χή μας στὴν κοι­νω­νία τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀν­θρώ­πων. Γέ­νοι­το.

24/11 Σχόλιο στο ευαγγέλιο Λουκάς ιη΄18-27 [Ι.Μ. Λαυρεωτικής]

Λκ. ιη΄ 18-27   (Από Αρχείο]

Ἀνι­χνευ­τὴς τοῦ οὐρα­νοῦ καὶ νοσταλ­γὸς τῆς χαρᾶς τοῦ παρα­δεί­σου ἐμφα­νί­ζε­ται, ἀδελ­φοί μου, ὁ πλού­σι­ος νέος του εὐαγ­γε­λί­ου. Πλη­σι­ά­ζει τὸν Ἰησοῦ, γιὰ νὰ ζητή­σει τὴν συμ­βου­λὴ Του «ἵνα ζωὴν αἰώ­νι­ον κλη­ρο­νο­μή­σῃ». Καὶ ὁ μεγά­λος Διδά­σκα­λος τοῦ θύμι­σε τὶς ἐντο­λὲς τοῦ δεκα­λό­γου ποὺ μιλᾶ­νε γιὰ τὸ σεβα­σμὸ τῆς τιμῆς, τῆς ζωῆς, τῆς περι­ου­σί­ας, τὰ καθή­κον­τα γιὰ τοὺς γονεῖς. Τοῦ ἔδει­ξε τὸ σωστὸ δρό­μο ποὺ ὁδη­γεῖ στὴν ἠθι­κὴ τελει­ό­τη­τα. Ἀλλὰ ὅταν ὁ πλού­σι­ος εἶπε πὼς «ταῦ­τα πάν­τα ἐφυ­λα­ξά­μην ἐκ νεό­τη­τός μου», ὁ Κύρι­ος τοῦ ἀπάν­τη­σε «ἔτι ἕν σοι λεί­πει». Ὅσο καὶ ἂν νόμι­ζε πὼς κατέ­χει τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, δὲν ἦταν ἔτσι. Ὑστε­ροῦ­σε τελικὰ στὴν πνευ­μα­τι­κή του ζωή, ἀλλὰ δὲν τὸ κατα­λά­βαι­νε.

Εἶναι δύσκο­λο νὰ ἀπαν­τή­σει κανεὶς στὸ ἐρώ­τη­μα «πόσες εἶναι ὁ στι­γμὲς τοῦ ἀνθρώ­που, ποὺ κατα­φέρ­νει νὰ ζεῖ μὲ πλή­ρη αὐτο­συ­νει­δη­σία», ὅταν τὶς περισ­σό­τε­ρες ὥρες του τὶς περ­νᾶ χωρὶς καλά-καλὰ νὰ τὶς νοι­ώ­σει, νὰ τὶς ζεῖ. Βέβαια αὐτὸ συνέ­βαι­νε πάν­τα μὲ τὸν ἄνθρω­πο, ἀλλὰ σήμε­ρα μὲ τὸ κυνη­γη­τὸ τῆς βιο­πά­λης καὶ τοῦ ἄγχους, μὲ τὴν πρα­γμα­τι­κὴ ἢ ψεύ­τι­κη αὔξη­ση τῶν ἀναγ­κῶν, ἐλά­χι­στος ἀπο­μέ­νει χρό­νος γιὰ τὰ μεγά­λα καὶ οὐσιαστικὰ ἐρω­τή­μα­τα «τί ποι­ή­σας ζωὴν αἰώ­νι­ον κλη­ρο­νο­μή­σω;».

Σήμε­ρα οἱ κοι­νω­νι­κὲς ὑπο­χρε­ώ­σεις καὶ αὔριο οἱ ἐπαγ­γελ­μα­τι­κὲς ἔρχον­ται νὰ ὑπο­τά­ξουν καὶ νὰ στραγ­γα­λί­σουν τὴν ἐλευ­θε­ρία τῆς ἀνθρώ­πι­νης καρ­δι­ᾶς.

Κάπο­τε ὅμως αὐτὴ ἡ σκλα­βω­μέ­νη ψυχὴ μέσα ἀπὸ ποικίλα γεγονότα τῆς ζωῆς βρί­σκει τὸ θάρ­ρος νὰ τοπο­θε­τη­θεῖ μπρὸς στὸ μεγά­λο ἐρώ­τη­μα «Τί ποι­ή­σας ζωὴν αἰώ­νι­ον κλη­ρο­νο­μή­σω». Ἀσφα­λῶς ὁ νέος της περι­κο­πῆς θὰ εἶχε πολ­λὰ πρά­γμα­τα κατα­φέ­ρει μέχρι τότε στὴ ζωή του. Φαί­νε­ται ὅμως πὼς ὅλα αὐτὰ δὲν τὸν ἱκα­νο­ποι­οῦ­σαν, δὲν γέμι­ζαν τὴν ψυχή του, δὲν τοῦ ἔδι­ναν τὴν πλη­ρο­φο­ρία ὅτι ὅλα πήγαι­ναν καλά. Αὐτὴ ἀκρι­βῶς ἡ ἀνη­συ­χία εἶναι ἡ ἀσί­γα­στη ἐπι­θυ­μία τῆς ψυχῆς, ποὺ θέλει νὰ βάλει τὸν ἄνθρω­πο στὸν δρό­μο τῆς αἰω­νι­ό­τη­τος. Για­τί μόνον αὐτὴ ξέρει πὼς ὅλες οἱ ἀνθρώ­πι­νες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες δὲν ἔχουν καμ­μία ἀξία, ἂν δὲν συν­το­νί­ζον­ται στὴ συχνό­τη­τα τῆς αἰω­νι­ό­τη­τος. Για­τί μόνον αὐτὴ ἀξι­ο­ποι­εῖ τὸν ἄνθρω­πο καὶ τὰ ἐπι­τεύ­γμα­τά του. Θὰ ἄντε­χε ἆρα­γὲ ὁ ἄνθρω­πος τὴ ζωὴ στὴ γῆ χωρὶς νὰ νοη­μα­τί­ζεται μὲ ὅ,τι προ­φέ­ρει ὁ κόσμος τῆς ψυχῆς του;

Τοῦ­το τὸ ἐρώ­τη­μα πρέ­πει πολὺ συχνὰ νὰ θέτει ὁ ἄνθρω­πος στὸν ἑαυ­τό του. Νὰ ρωτάει μὲ εἰλι­κρί­νεια «τί ἔκα­να, γιὰ νὰ κερ­δί­σω τὴν ἀθα­να­σία;», διότι αὐτὸ θὰ τὸν βοη­θή­σει νὰ ἀξι­ο­λο­γή­σει τὰ ἔργα του μέχρι σήμε­ρα. Θὰ μετρή­σει τὶς σκέ­ψεις του μὲ τὴν αἰώ­νια λογι­κή, θὰ ζυγί­σει τὰ ἔργα του στὴ ζυγα­ριὰ τῶν αἰω­νί­ων ἀξι­ῶν καὶ θὰ καλλιεργήσει τὸν πόθο γιὰ τὴν κατά­κτη­ση τῆς βασι­λεί­ας τοῦ Θεοῦ.

Λυπημένο εἶδαν οἱ μαθη­τὲς τὸν πλού­σιο νέο νὰ φεύ­γει μέσα στὸ σύν­νε­φο τῆς δυσκο­λίας γιὰ σωτη­ρί­α, καθὼς ὁ Θεάν­θρω­πος τὴν ἀνέ­πτυ­ξε καὶ τὴν στή­ρι­ξε πάνω στὴ θυσία. Θὰ ἔλε­γε κανεὶς πὼς καὶ οἱ μαθη­τὲς ποὺ τόσο κον­τὰ ζοῦ­σαν μὲ τὸν Ἰησοῦ, εἶχαν ἀπελ­πι­στεῖ. Γι᾿ αὐτὸ ρωτοῦν τὸν Διδά­σκα­λο «τὶς δύνα­ται σωθῆ­ναι;». Καὶ ἡ ἀπάν­τη­σις τοῦ Κυρίου «τὰ ἀδύ­να­τα παρ'᾿ ἀνθρώ­ποις δυνα­τὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστὶν», ἀνα­πτε­ρώ­νει τὸν ἄνθρω­πο καὶ τοῦ προ­σφέ­ρει τὴν βεβαι­ό­τη­τα γιὰ τὴν νίκη καὶ τὴν κατά­κτη­ση τῆς σωτη­ρί­ας. Ὅ,τι γιὰ τὸν ἄνθρω­πο εἶναι ἀφάν­τα­στα δύσκο­λο ἢ ἀκα­τόρ­θω­το γιὰ τὸν Κύριο εἶναι μηδα­μι­νό, για­τί Ἐκεῖ­νος θέλει τὴ σωτη­ρί­α μας. Μένει σὲ μᾶς νὰ ἀσκή­σου­με βία στὸν ἑαυ­τό μας γιὰ τὸ σκο­πὸ αὐτό. Ἀπὸ τὴν στι­γμὴ ποὺ ἀνα­γνω­ρί­ζου­με τὶς ἐλλεί­ψεις καὶ τὶς ἀστο­χί­ες μας, γίνε­ται τὸ ξεκί­νη­μα τῆς νίκης. Ἂν πιστεύ­ου­με ὅτι ὑστε­ροῦ­με ἔναν­τι τοῦ Θεοῦ, τότε ἡ ἁγι­ό­της δὲν εἶναι μακριά. Ἂν τὴν ὑπό­δει­ξη τοῦ Κυρί­ου μας «δεῦ­ρο ἀκο­λού­θει μοι» δὲν τὴν δεχθοῦ­με, ὅπως ἔκα­νε ὁ πλού­σι­ος νέος του εὐαγ­γε­λί­ου, τότε δὲν θὰ μᾶς εἶναι εὔκο­λο νὰ λέμε «πάν­τα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυ­να­μοῦν­τι με Χρι­στῷ» (Φιλιπ. 4-13). Καὶ ὅταν κανεὶς ἀκο­λου­θεῖ Ἐκεῖ­νον, ἐμπιστεύεται τὸν ἑαυ­τό του σὲ Ἐκεῖ­νον, δὲν ρωτά­ει πλέ­ον πῶς θὰ κερ­δί­σει τὴν αἰώ­νι­ον ζωήν, για­τί ὁ Χρι­στὸς εἶναι παρὼν καὶ εὐλο­γεῖ.

Ὁ πλού­σι­ος νέος τῆς παρα­βο­λῆς ἦταν ἐλεύ­θε­ρος ἀπὸ μεγά­λες ἁμαρ­τί­ες. Τὸν ἐμπό­δι­ζαν στὴν πνευ­μα­τι­κή του ἄνο­δο καὶ τελει­ό­τη­τα τὰ πλού­τη του καὶ ἡ προ­σκόλ­λη­σή του σὲ αὐτά. Ἔδι­νε μεγα­λύ­τε­ρη ἀξία στὰ ὑλι­κὰ ἀγα­θά, τὰ πρόσκαι­ρα, παρὰ στὸν αἰώ­νιο Θεό. Ἡ ὑπέρ­με­τρη ἀγά­πη του πρὸς τὰ ὑλι­κὰ ἀγα­θὰ καὶ τὰ κτή­μα­τα, τοῦ στέ­ρη­σε τὴν ἠθι­κὴ τελει­ό­τη­τα καὶ τὸν ἀπε­μά­κρυ­νε ἀπὸ τὸν Θεό. «Δυσκό­λως γὰρ οἱ τὰ χρή­μα­τα ἔχον­τες εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασι­λεί­αν τοῦ Θεοῦ».

Ἀδελ­φοί μου, ἡ Ἐκκλη­σία δὲν δικαι­ώ­νει οὔτε τὸν πλοῦ­το οὔτε τὴν φτώ­χεια. Οὔτε πτω­χὸς θὰ κλη­ρο­νο­μή­σει τὴν βασι­λεία τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ εἶναι πτω­χός, οὔτε πλού­σι­ος θὰ τὴν χάσει, ἐπειδὴ εἶναι πλού­σι­ος. Ἡ Χάρις τοῦ Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος, ἀπα­λάσ­σει τὸν πρῶ­το ἀπὸ τὴν ἀπό­γνω­ση καὶ τὸν δεύ­τε­ρο ἀπὸ τὴν φυλαρ­γυ­ρία, ὁπό­τε ἀπο­λαμ­βά­νουν τὶς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ καὶ πλού­σι­οι καὶ πτω­χοί, ἄν τὶς θέλουν. Γένοιτο.

imml.gr

15/12 Λουκάς ιδ΄16-24 / Ματθαίος κβ΄14 [Ι.Μ.Μεσογαίας]

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΛΟΥΚΑ (Λκ. ιδ΄ 16-24 Μτθ. κβ΄14)

Στὸ σημερινὸ εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα ἀ­κού­σα­με τὴν πα­ρα­βο­λὴ τοῦ με­γά­λου δεί­πνου. Σύμφωνα μὲ αὐτή, ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἑ­τοί­μα­σε μέ­γα δεῖ­πνο, στὸ ὁποῖο κάλεσε πολλούς. Ὅταν ὅλα εἶχαν ἑτοιμαστεῖ, ἔστειλε τὸν δοῦλο του νὰ εἰδοποιήσει τοὺς προσκεκλη-μένους, οἱ ὁποῖοι ὅμως μὲ διάφορες δικαιολογίες, ἀρνήθηκαν νὰ παραστοῦν. Τότε ὁ οἰκοδεσπότης ὀργίστηκε γιὰ τὴν περι­φρό­νη­ση τῆς πρό­σκλη­σης καὶ ἔστειλε ξανὰ τὸν δοῦ­λο του νὰ προσκα­λέ­σει αὐτὴ τὴ φορὰ τοὺς καταφρονημένους, οἱ ὁ­ποῖ­οι καὶ ἀ­πο­δέ­χθη­καν τὴν κλήση γιὰ τὸ δεῖ­πνο. Ἐπειδὴ ὅμως περίσευαν θέσεις κενές, ὁ οἰκοδεσπότης ἔστειλε πάλι τὸν δοῦ­λο του, ὥστε νὰ φέρει καὶ ἄλλους μέχρι νὰ γεμίσει τὸ τραπέζι. Ἡ πα­ρα­βο­λὴ τε­λει­ώ­νει μὲ τὴ δι­α­βε­βαί­ω­ση τοῦ οἰ­κο­δε­σπό­τη ὅ­τι κα­νέ­νας ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ ἀρ­νή­θη­καν τὴν πρό­σκλη­σή του δὲν ἐπρόκειτο νὰ γευ­τεῖ τὸ δεῖ­πνο του.

Στὴν πα­ρα­βο­λὴ τοῦ με­γά­λου δεί­πνου συ­νο­ψί­ζε­ται, ἀδελφοί μου, ὅ­λο τὸ σχέ­δι­ο τῆς θεί­ας οἰ­κο­νο­μί­ας. Ὁ οἰ­κο­δε­σπό­της εἶ­ναι ὁ Θε­ὸς Πα­τέ­ρας ποὺ στέλ­νει τὸν Υἱ­ό Του, σαρκώνεται καὶ προ­σκα­λεῖ ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πους στὴ βασιλεία Του. Αὐ­τὴ ἡ πρό­σκλη­ση ἔ­χει ὡς ἀ­πο­δέ­κτες ὅ­λους ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως τοὺς ἀν­θρώ­πους, ἀποτελεῖ δηλαδὴ κατὰ τὸν Κύ­ριλ­λο Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας παγ­κό­σμι­ο κά­λε­σμα.

Ἡ εὐαγγελικὴ πε­ρι­κο­πὴ ἀ­να­φέ­ρε­ι ὅ­τι ὁ δοῦ­λος ἀ­πο­στέλ­λε­ται τρεῖς ξε­χω­ρι­στὲς φο­ρὲς γιὰ νὰ προ­σκα­λέ­σει τοὺς ἀν­θρώ­πους στὸ ἑτοιμασμένο πνευ­μα­τι­κὸ δεῖ­πνο. Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ­κά­λε­σε «πολ­λούς», οἱ ὁποῖοι, κατὰ τοὺς ἑρ­μη­νευ­τὲς Πατέρες, ἀντιστοιχοῦν στὰ «πρό­βα­τα τὰ ἀ­πο­λω­λό­τα οἴ­κου Ἰσ­ρα­ήλ», δηλαδὴ στὸν ἐ­κλε­κτὸ λα­ὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν κλη­ρο­νό­μο τῆς ἐ­παγ­γε­λί­ας τοῦ ἐρ­χο­μοῦ τοῦ Μεσ­σί­α. Οἱ τρεῖς ἄν­θρω­ποι ποὺ δὲν ἀ­πο­δέ­χθη­καν τὴν πρόσκλη­ση κατανοοῦνται κατὰ δύο τρόπους. Ἀφενὸς ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ουν τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους ποὺ δὲν ἀ­πο­δέ­χθη­καν τὸν Χρι­στὸ ὡς Μεσ­σί­α καὶ ἀ­φε­τέ­ρου κά­θε ἄν­θρω­πο ποὺ ἀρ­νεῖ­ται τὸ κά­λε­σμα ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Ἡ πρό­σκλη­ση ποὺ ση­μει­ώ­νε­ται μὲ τὴ φρά­ση «ἐλᾶ­τε, ὅ­λα εἶ­ναι πιὰ ἕ­τοι­μα» εἶ­ναι ἡ ἴδια ἡ πρό­σκλη­ση τοῦ Χρι­στοῦ, τὸ «ἤγ­γι­κε ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν», καὶ φα­νε­ρώ­νει ὅ­τι μὲ τὴν ἐ­ναν­θρώ­πηση τοῦ Υἱ­οῦ καὶ Λό­γου τοῦ Θε­οῦ, ἡ πνευματικὴ τράπεζα τῆς βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν εἶ­ναι πλέ­ον ἕ­τοι­μη. Στὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ θε­ώ­θη­κε ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση καὶ συ­στά­θη­κε τὸ μυ­στή­ρι­ο τῆς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ με­τά­σχουν καὶ νὰ κοινωνήσουν μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό.

Τὴ δεύ­τε­ρη φο­ρά, ὁ δοῦ­λος ἀ­πο­στέλ­λε­ται γιὰ νὰ φέ­ρει στὸ δεῖ­πνο τοὺς «φτω­χούς, τοὺς ἀ­νά­πη­ρους, τοὺς κου­τσοὺς καὶ τοὺς τυ­φλούς». Αὐ­τὴ ἡ ὁ­μά­δα τῶν ἀνθρώπων πά­λι ἔ­χει δι­πλὴ ση­μα­σί­α. Κατὰ πρῶτον ἐξυπονοοῦνται οἱ ἐ­θνι­κοί, οἱ μὴ Ἰουδαῖοι, οἱ πρώ­ην εἰ­δω­λο­λά­τρες, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶ­χαν γνώ­ση τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ, δὲν ἦ­ταν κλη­ρο­νό­μοι τῆς ἐ­παγ­γε­λί­ας. Παρόλα αὐτά, μπο­λι­ά­στη­καν στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, διότι ἀ­πο­δέ­χθη­καν μὲ χα­ρὰ τὴν κλήση ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Κατὰ δεύτερον, δηλώνεται ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος ποὺ ἐνῶ ἀρχικὰ βρίσκεται μα­κρι­ὰ ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ καὶ ἔτσι στε­ρεῖ­ται τὸν πλοῦ­το, τὴ χα­ρὰ καὶ τὸ φῶς τοῦ Θε­οῦ, στὴ συ­νέ­χει­α ἀ­πο­δέ­χε­ται τὴ θεία πρό­σκλη­ση καὶ πλέον ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὴ συμμετοχή του στὸ δεῖ­πνο.

Ὁ δοῦλος στέλνεται καὶ γιὰ τρίτη φορά, ὥστε νὰ «ἀ­ναγ­κά­σει» τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ ἔρ­θουν, μέ­χρις ὅτου νὰ πληρωθοῦν ὅλες οἱ θέσεις καὶ γε­μί­σει τὸ σπί­τι τοῦ οἰκοδεσπότη. Τὸ κά­λε­σμα αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ πε­ρι­κλεί­ει μί­α ἄλλη δυ­να­μι­κή. Εἶ­ναι τὸ κά­λε­σμα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ποὺ πα­ρα­τεί­νε­ται μέ­χρι τῆς συν­τε­λεί­ας τοῦ αἰ­ῶ­νος, καλώντας τὸν κά­θε ἄν­θρω­πο νὰ συμ­με­τά­σχει στὸ δεῖπνο τῆς βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν μέ­σῳ τῶν ἁ­γί­ων μυ­στη­ρί­ων, τὰ ὁποῖα εἶ­ναι οἱ πύ­λες τοῦ παραδείσου, κα­τὰ τὸν ἅ­γι­ο Νι­κό­λα­ο Κα­βά­σι­λα.

Τὸ ἀντίστοιχο κά­λε­σμα τοῦ Θε­οῦ δέ­χθη­καν καὶ οἱ Προ­πά­το­ρες, τοὺς ὁ­ποί­ους τι­μοῦμε σή­με­ρα. Ἦ­ταν ἄν­θρω­ποι ποὺ μὲ τὴν πί­στη καὶ τοὺς ἀ­γῶ­νες τους δό­ξα­σαν τὸν Θεὸ καὶ δο­ξά­σθη­καν ἀ­πὸ τὸν Θεό. Αὐ­τοὶ προ­ε­τοί­μα­σαν καὶ προ­α­νήγ­γει­λαν τὴν ἔ­λευ­ση τοῦ Μεσ­σί­α καὶ Λυ­τρω­τή, ὁ Ὁποῖος γεννήθηκε γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων.

Ἀδελφοί, μὲ τὰ Χριστούγεννα ἐπὶ θύραις, μιμούμενοι τοὺς ἀποδέκτες τῆς μεγάλης κλήσεως στὴν ἱστορία, ἂς ἀποδε­χθοῦ­με καὶ ἐμεῖς τὴν πρό­σκλη­ση τοῦ Θε­οῦ καὶ ἂς ἑ­τοι­μά­σου­με τὸ «σπή­λαι­ο» τῆς ψυ­χῆς μας γιὰ νὰ ὑ­πο­δε­χθεῖ ἐ­πά­ξι­α τὸν ἐνανθρωπήσαντα Χριστό. Ἀμήν.

imml.gr

Σελίδα 2 από 3