HeadShort.png

15/4 Κυριακή του Θωμά [Ι.Μ. Μεσογαίας]

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ (Ιωαν. κ’ 19-31)
15 Ἀπριλίου

Ἔχουν ἤδη περάσει ὀκτώ ἡμέρες ἀπό τήν Ἀνάσταση καθώς καί ἀπό τήν πρώτη ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου στούς μαθητές Του. Ὅλοι εἶναι χαρούμενοι ἐπειδή παντοῦ φθάνει τό μήνυμα ὅτι «ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως». Εἶναι γεγονός ποὺ τό ζοῦν ἔντονα. «Ἑωράκαμεν τόν Κύριον» ἀναφωνοῦν γεμᾶτοι ἐνθουσιασμό στόν Θωμᾶ, ὁ ὁποῖος ἀπουσίαζε τή στιγμὴ τῆς ἐμφάνισης τοῦ Κύριου.

Ὁ Θωμᾶς θέλει νά πιστέψει. Ἡ λογική του ὅμως τόν ἐμποδίζει, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀποκλείει τό ὑπερφυσικό καί καταπληκτικό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως. «Ἐάν δέν δῶ μέ τά μάτια μου τά σημάδια ἀπό τά καρφιά καί ἄν δέν βάλω τό δάκτυλό μου στά σημάδια, καί ἀκόμη ἄν δέν βάλω τό δάκτυλό μου στήν πλευρά Του, τήν τρυπημένη ἀπό τήν λόγχη, δέν πρόκειται νά πιστέψω».

Ἀπό τή φύση του ὁ Θωμᾶς ἦταν καλοπροαίρετος, ὅμως ἦταν καί χαρακτῆρας πού γιά ὅλα ἤθελε ἀποδείξεις. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς δέν ἀμφέβαλε οὔτε πρός στιγμή στή μαρτυρία τῶν ὑπολοίπων μαθητῶν ὅτι πραγματικά εἶχαν δεῖ τόν Κύριο. Ὅμως ἡ φυσική του ἀδυναμία καί ἡ δυνατή ἀγάπη του γιά τόν Χριστό καί ἡ ἐπιθυμία του νά ξαναδεῖ τόν διδάσκαλο, μετά ἀπό τά ὅσα συνέβησαν τίς τελευταῖες ἡμέρες, τόν κάνουν δύσπιστο, ὄχι ἄπιστο.

Ταυτόχρονα ἡ στάση του κρύβει καί ἕνα καθαρά ἀνθρώπινο παράπονο «Γιατί ὅλοι οἱ μαθητές νά ἔχουν δεῖ τόν ἀναστημένο διδάσκαλο καί αὐτός νά μήν ἔχει ἀκόμη αὐτή τήν ἐμπειρία».

Πρέπει νά ξέρουμε ὅτι ἡ ἀπουσία τοῦ Θωμᾶ ἀπό τήν πρώτη ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου, δέν ἦταν καθόλου συμπτωματική. Ἡ θεία Πρόνοια κανόνισε γιά μᾶς ἔτσι τά γεγονότα, ὥστε νά ἔχουμε ἀκόμη μία μαρτυρία τῆς Ἀναστά-σεως, μία μαρτυρία, πού νά προέρχεται ἀπό χείλη ἀνθρώπου πού θέλει σάν καί μᾶς ἀποδείξεις γιά νά πιστέψει.

Αὐτὴ τή δυσπιστία τοῦ μαθητή ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα τήν ὀνομάζει «καλή» καί γι’ αὐτό ψάλλει «Ὦ καλή ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ ! Τῶν πιστῶν τάς καρδίας εἰς ἐπίγνωσιν ἦξε…» δηλαδή «Ὦ καλοπροαίρετη ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ πού ὁδηγεῖ τίς καρδιές τῶν πιστῶν στή διαβεβαίωση καί στή διαπίστωση τῆς Ἀναστάσεως».

Μπορεῖ ὅμως ἡ ἀπιστία νά εἶναι καλή; Πῶς γίνεται νά ἐξυμνεῖται, ὅταν γνωρίζουμε ὅτι ἡ πίστη στό Θεό ἐκδηλώνεται πρίν ἀπ’ ὅλα σάν ἐμπιστοσύνη ἀπέναντί Του; Μήπως ὁ Θωμᾶς δέν εἶχε αὐτή τήν ἐμπιστοσύνη; Μά φυσικά καί τήν εἶχε. Ἡ ἐπιθυμία του ὅμως νά ξαναδεῖ τόν Διδάσκαλο, τόν ἀναγκάζει στήν «καλή ἀπιστία». Δέν περιορίστηκε μόνο νά δεῖ τόν Κύριο, ἀλλά ζητοῦ-σε νά Τόν αἰσθανθεῖ μέ τήν ἁφή του, νά Τόν ψηλαφίσει, γιά νά μήν ἔχει ψευδαισθήσεις.

Ὁ Κύριος στό παράπονο καί στήν ἐπιθυμία τοῦ μαθητοῦ δείχνει συγκατάβαση. Μετά ἀπό ὀκτώ ἡμέρες ξαναεμφανίζεται, «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων». Ὅπως στήν πρώτη ἐμφάνιση, ἔτσι καί τώρα. Ἐνῶ οἱ μαθητές ἦταν πάλι συγκεντρωμένοι, μαζί τους καί ὁ Θωμᾶς, ἐμφανίσθηκε καί τούς χαιρέτησε μέ τή φράση: «Εἰρήνη ὑμῖν». Στό χαιρετισμό Του συμπεριλαμβάνει καί τόν Θωμᾶ καί ἀπευθύνεται σ’ αὐτόν ξεχωριστά, γιά νά τοῦ χαρίσει τήν ἐμεπιρία τοῦ θαύματος. Εἰρήνη, εὔχεται ὁ Ἰησοῦς στούς μαθητές, ἀποκαλύπτοντας ὅτι εἶναι «Θεὸς ἰσχυρός, Ἐξουσιαστής, ἄρχων εἰρήνης». Τήν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ πού βιώνουμε οἱ πιστοί κατά τήν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας. Γευόμαστε τήν εἰρήνη καί τή χαρά τοῦ Κυρίου καί προγευόμαστε τήν Οὐράνια Βασιλεία ἤδη ἀπό τήν παροῦσα ζωή. Ὁ Θωμᾶς μή ἔχοντας μέσα του τήν προϋπόθεση τῆς εἰρήνης, δυσκολεύτηκε νά δεχθεῖ τό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως καί τή χαρά πού προσφέρει ὁ Χριστός.

Ἡ συγκατάβαση ὅμως καί ἡ ἀνοχή τοῦ Διδασκάλου, ἀλλά καί ἡ ἀγάπη πού δείχνει στόν ἐγκλωβισμένο στήν ἀνάγκη του μαθητή, εἶναι μοναδική καί ἀσύγκριτη. Τοῦ δείχνει ὅτι γνωρίζει τίς σκέψεις του, ἀκόμη καί πώς τίς καταλαβαίνει. Δέν τόν ἀφήνει νά ζεῖ στήν ἀμφιβολία. «Ἔλα λοιπόν νά δεῖς καί ψηλάφισέ με» τοῦ λέει. Ὁ Θωμᾶς δέν ἤθελε περισσότερα γιά νά βεβαιωθεῖ. Καί μόνο ἡ παρουσία τοῦ Ἰησοῦ, τόν κάνει νά ἀναφωνήσει αὐθόρμητα «ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου».

Ἀφοῦ δηλαδή στερεώθηκε στήν πίστη δέν ἀναγνωρίζει ἁπλῶς τόν Ἰησοῦ σάν Κύριό του, ἀλλά ὁμολογεῖ τή θεότητά Του, μέ τέτοιο τρόπο πού κανείς μέχρι ἐκείνη τή στιγμή δέν τήν εἶχε ἀναγνωρίσει καί ὁμολογήσει ἔτσι.

Ἡ ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἐξυμνεῖται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας, ὅπως εἴπαμε, ὡς «καλή ἀπιστία», ἐπειδή μᾶς βοηθᾶ νά στηρίξουμε τήν πίστη μας. Μᾶς δείχνει ὅτι ἡ μαρτυρία γιά τήν Ἀνάσταση δέν προέρχεται ἀπό χείλη ἀνθρώπων, ἀλλά ἀπό αὐτόπτες μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι παρέμειναν δύσπιστοι μέχρι τή στιγμή πού ἱκανοποιεῖται καί ἡ λογική τους.

Τό πρόσωπο τοῦ προβαλλομένου Ἀποστόλου Θωμᾶ γίνεται γιά μᾶς αἰτία νά ἀφήσουμε τήν καρδιά μας νά μᾶς ὁδηγήσει στόν Ἀναστημένο Χριστό, ἐπειδή ἡ λογική μας θά ἀποτελεῖ πάντοτε τόν ὀγκόλιθο πού θά κρατᾶ ἐμᾶς τούς ἴδιους ἀποκλεισμένους ἀπό τήν ἀλήθεια.

Τό θαῦμα ὅμως τῆς ἀναστημένης παρουσίας Του θά συνεχίζει μέσα στήν ἱστορία νά τό χαρίζει ὁ Ἴδιος, ὅπως καί τότε, ὄχι σέ ὅσους ψάχνουν ἀδιάφορα, ἀλλά σέ ὅσους ποθοῦν νά τόν συναντήσουν ἀκόμη καί μέσα ἀπό τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία τους γιά νά ὁμολογοῦν στόν κόσμο τήν ἀλήθεια «ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου, δόξα σοι».

www.imml.gr

11/2 Κυριακή της Απόκρεω [Ι.Μ. Μεσογαίας]

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ (Ματθ. κεʹ 31 ‐ 46)
11 Φε­βρου­α­ρίου

Ἡ ση­με­ρινὴ τρίτη Κυ­ρι­ακὴ τοῦ Τρι­ω­δίου εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μένη στὸ φοβε­ρό­τερο γε­γο­νὸς τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἱ­στο­ρίας, ποὺ εἶ­ναι ἡ μέλ­λουσα Κρίση, ἡ ὁ­ποία μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει ἀ­πα­ραί­τητο προ­βλη­μα­τι­σμὸ τῶν πι­στῶν κατ’ αὐ­τὴν τὴν ἀ­γω­νι­στικὴ πε­ρί­οδο.

Ἡ μέλ­λουσα Κρίση εἶ­ναι θε­με­λι­ώ­δης πί­στη τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς μας δι­δα­σκα­λίας, ἡ ὁ­ποία θὰ ἐ­πι­συμ­βεῖ στὸ τέ­λος αὐ­τοῦ τοῦ πρό­σκαι­ρου κό­σμου καὶ πε­ρι­γρά­φε­ται μὲ σα­φή­νεια στὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο τοῦ Ματ­θαίου, ποὺ σή­μερα ἀ­να­γνώ­σαμε.

Ὁ Κύ­ριος, λίγο πρὶν τὸ πά­θος Του, μι­λῶν­τας γιὰ τὰ ἔ­σχατα τῆς ἱ­στο­ρίας καὶ τῆς ζωῆς τοῦ ἀν­θρώ­που εἶπε πώς, ὅ­ταν ἔρ­θει ὁ Ἴ­διος στὴ Δεύ­τερη καὶ φο­βερὴ πα­ρου­σία Του, θὰ ἐ­πι­σφρα­γί­σει μὲ τὴν δί­καιη κρίση καὶ ἐ­νέρ­γειά Του τὸ μυ­στή­ριο τῆς θείας οἰ­κο­νο­μίας.

Τὸ φι­λάν­θρωπο πρό­σωπο τοῦ Χρι­στοῦ θὰ γί­νει τὴν ἡ­μέρα ἐ­κείνη δι­και­ό­κριτο καὶ ἀ­πο­κα­λυ­πτικό. Στὴν ἐμ­φά­νισή Του θὰ συν­τρι­βοῦν ἡ γῆ καὶ ὁ οὐ­ρα­νός, θά σει­σθοῦν τὰ θε­μέ­λια τῆς γῆς ἀπὸ τὴν πα­ρου­σία τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀν­θρώ­που, ποὺ αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν θὰ ἔλ­θει ἀ­δύ­να­μος καὶ τα­πει­νὸς ἀλλὰ «μετὰ δυ­νά­μεως καὶ δό­ξης πολ­λῆς». Δὲν θὰ ζη­τή­σει τότε ὁ Χρι­στὸς ἀπὸ τοὺς κρι­νό­με­νους οὔτε νη­στεῖες οὔτε ἀ­γρυ­πνίες οὔτε γο­νυ­κλι­σίες ἀλλὰ πόση ἀ­γάπη ἔ­δει­ξαν. Χω­ρὶς αὐ­τὴν κα­ταν­τοῦν ὅλα τύ­ποι ἀ­νώ­φε­λοι, ποὺ δὲν ἁ­γι­ά­ζουν τὸν πι­στό.

Ὁ Κύ­ριος ἑ­στι­ά­ζει στὴ φι­λάν­θρωπη καρ­διά, γι­ατὶ ἀπ’ αὐ­τὴν ἐ­ξαρ­τῶν­ται οἱ ὑ­πό­λοι­πες ἀ­ρε­τές. Ὅ­ποιος ἀ­γαπᾶ τὸν συ­νάν­θρωπο, ἐ­κεῖ­νος λα­τρεύει οὐ­σι­α­στικὰ τὸν Θεό. Ὁ ἐ­λε­ή­μων εἶ­ναι δί­καιος καὶ ἐ­νά­ρε­τος, ὁ δὲ ἀ­φι­λάν­θρω­πος εἶ­ναι πα­ρα­βά­της καὶ ἁ­μαρ­τω­λός. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύ­ριος ἔ­θεσε ὡς κρι­τή­ριο τὴν ἀ­γάπη, γι­ατὶ ἀπὸ τὴν ἀ­γάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλη­σίον «….ὅλος ὁ νό­μος καὶ οἱ προ­φῆ­ται κρέ­μαν­ται».

Μὲ βάση, λοι­πόν, τὴν ἀ­γάπη θὰ μᾶς κρί­νει λέ­γον­τας «κλη­ρο­νο­μή­σατε τὴν ἡ­τοι­μα­σμέ­νην ὑ­μῖν βα­σι­λείαν» ἢ «πο­ρεύ­ε­σθε ἀπ’ ἐ­μοῦ οἱ κα­τη­ρα­μέ­νοι εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐ­ξώ­τε­ρον».

Ἑ­πο­μέ­νως ἡ μέλ­λουσα κρίση καὶ ἀν­τα­πό­δοση εἶ­ναι συ­νέ­πεια καὶ ἀ­πόρ­ροια τῆς ἐ­πί­γειας συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλλὰ καὶ ἀ­πό­δοση τῆς ὁ­ρι­στι­κῆς δι­και­ο­σύ­νης τοῦ Θεοῦ. Τῆς δι­και­ο­σύ­νης ἐ­κεί­νης, ἡ ὁ­ποία θὰ ἀ­πο­κα­τα­στή­σει ἀ­σφα­λῶς τὸ κακὸ ποὺ δι­έ­φυγε ἀπὸ τὴν κρίση τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἀλλ’ εἶ­ναι καὶ ἀ­παί­τηση τῆς δι­και­ο­σύ­νης τοῦ Θεοῦ, ποὺ θὰ ἀν­τα­μεί­ψει τοὺς ἀν­θρώ­πους ἐ­κεί­νους, τοὺς ὁ­ποί­ους ὄχι μό­νον δὲν κα­τόρ­θωσε νὰ ἀν­τα­μεί­ψει ἡ δι­και­ο­σύνη τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀλλ’ ἴ­σως καὶ νὰ ἀ­δί­κησε.

Εἶ­ναι ὁ­πωσ­δή­ποτε ἀ­τε­λὴς ἡ ἀ­πο­νομὴ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης δι­και­ο­σύ­νης. Πρά­γματα καὶ κα­τα­στά­σεις ποὺ ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­σαν σκο­πι­μό­τη­τες σ’ αὐ­τὸν τὸν κό­σμο, νὰ εἴ­μα­στε βέ­βαιοι ὅτι δὲν θὰ πε­ρά­σουν ἀ­πα­ρα­τή­ρητα καὶ ἄ­κριτα ἀπὸ τὸ κρι­τή­ριο τοῦ ζῶν­τος Θεοῦ.

Ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, αὐτὴ τὴν ἀ­να­πό­φευ­κτη κρίση μᾶς ὑ­πεν­θυ­μί­ζει ἡ Ἐκ­κλη­σία τὶς ἡ­μέ­ρες αὐ­τές.

Ὅ­σοι πα­ρα­βλέ­πουμε καὶ πε­ρι­φρο­νοῦμε τοὺς ἐ­λα­χί­στους ἀ­δελ­φούς, νὰ ἔ­χουμε τὴν βε­βαι­ό­τητα ὅτι πα­ρα­βλέ­πουμε καὶ πε­ρι­φρο­νοῦμε τὸν Ἴ­διο τὸν Χρι­στό. Ἡ λει­τουρ­γικὴ αὐτὴ χρο­νικὴ πε­ρί­ο­δος τῆς Ἐκ­κλη­σίας μας εἶ­ναι ὁ εὐ­πρόσ­δε­κτος και­ρός, γιὰ νὰ γί­νουμε εὔ­σπλα­χνοι, ἐ­λε­ή­μο­νες, κα­τα­δε­κτι­κοὶ μπρο­στὰ στὸν ἀν­θρώ­πινο πόνο ποὺ πλε­ο­νά­ζει στὶς μέ­ρες μας. Ἀ­σθε­νεῖς, ἄ­πο­ροι, με­τα­νά­στες, φτωχὰ παι­διά, γέ­ρον­τες πε­ρι­μέ­νουν ἕ­ναν καλὸ λόγο, μιὰ ἐ­πί­σκεψη, τὴν ἐ­λά­χι­στη φρον­τίδα, ἀ­κόμη καὶ ἕνα χα­μό­γελο ποὺ μπο­ρεῖ καὶ ζε­σταί­νει τὴν καρ­διά. Αὐ­τοὶ οἱ ἐ­λά­χι­στοι κυ­ρι­ο­λε­κτικὰ μᾶς σπρώ­χνουν στὴ Βα­σι­λεία τοῦ Θεοῦ.

Ὅ­σες καὶ ἂν εἶ­ναι οἱ δυ­σκο­λίες τῶν προ­βλη­μά­των τῆς ζωῆς, ὅση καὶ ἂν εἶ­ναι ἡ ζάλη καὶ ἡ πί­εση τῶν με­ρι­μνῶν τοῦ βίου μας, δὲν χρει­α­ζό­μα­στε χρή­ματα, γιὰ νὰ κερ­δί­σουμε τὴν αἰ­ω­νι­ό­τητα. Ἡ ἔμ­πρα­κτη ἀ­γάπη θὰ μᾶς κά­νει νὰ ἀ­κού­σουμε τὴ φωνὴ τοῦ Κυ­ρίου: «Δεῦτε οἱ εὐ­λο­γη­μέ­νοι τοῦ Πα­τρός μου κλη­ρο­νο­μή­σατε τὴν ἡ­τοι­μα­σμέ­νην ὑ­μῖν Βα­σι­λείαν ἀπὸ κα­τα­βο­λῆς κόσμου».

Ἀ­μήν.

www.imml.gr

3/2 Κήρυγμα στην Κυριακή των ταλάντων [Ι.Μ. Μεσογαίας]

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2019 ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. κε΄ 14-30) 3 Φε­βρου­α­ρίου 2019 Ὁ Χριστός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, δίδασκε τοὺς ἀνθρώπους μὲ παραβολές. Οἱ παραβολὲς ἦταν ἱστορίες ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ζωὴ ποὺ φανέρωναν καὶ φανερώνουν μὲ παραστατικὸ καὶ ἐντυπωσιακὸ τρόπο κάτι ξεχωριστὸ γιὰ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὶς ἀκοῦνε κατανοοῦν τὴν ἀξία τους, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ἀποκαλύπτει μοναδικὲς ἀλήθειες γιὰ τὸ Θεό, τὸν συνάνθρωπο καὶ τὴν ἀγάπη, γι'αὐτὸ καὶ χαράσσονται βαθειὰ μέσα τους. Ἡ παραβολὴ τῶν ταλάντων ποὺ ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, εἶναι μία ἀπὸ αὐτές. Ἕνας ἄνθρωπος, λέει ὁ Κύριος, ποὺ θὰ πήγαινε ταξίδι, κάλεσε τοὺς δούλους του καὶ τοὺς ἐμπιστεύτηκε τὰ ὑπάρχοντά του. Στὸν ἕναν, πρὶν φύγει, ἔδωσε πέντε τάλαντα, στὸν ἄλλον δύο καὶ στὸν τρίτον ἕνα ἀνάλογα μὲ τὴν ἱκανότητά τους. Ὕστερα ἀπὸ ἕνα μεγάλο χρονικὸ διάστημα ἐπέστρεψε ὁ Κύριος τῶν δούλων ἐκείνων καὶ ζήτησε ἀπολογισμό. Παρουσιάστηκε πρῶτα ἐκεῖνος ποὺ εἶχε λάβει τὰ πέντε τάλαντα λέγοντας : «Κύριε μοῦ ἐμπιστεύθηκες πέντε τάλαντα καὶ κέρδισα μ’ αὐτὰ ἄλλα πέντε». Ὁ Κύριος ἐπιβραβεύοντας τὴν προσπάθειά του εἶπε: «Εὖγε καλὲ καὶ ἔμπιστε δοῦλε, ἀποδείχθηκες ἀξιόπιστος στὰ λίγα, γι’ αὐτὸ θὰ σοῦ ἐμπιστευθῶ πολλά». Τὰ ἴδια ἄκουσε καὶ ἐκεῖνος ποὺ πῆρε δύο τάλαντα ἀποδίδοντας τέσσερα. Ὁ τρίτος ὅμως ποὺ εἶχε λάβει τὸ ἕνα τάλαντο εἶπε: «Κύριε, ἤξερα πὼς εἶσαι σκληρὸς ἄνθρωπος, γι’ αὐτὸ φοβήθηκα καὶ ἔκρυψα τὸ τάλαντό σου στὴ γῆ. Ἰδοὺ λοιπὸν σοῦ ἐπιστρέφω αὐτὸ ποὺ σοῦ ἀνήκει». Τότε ὁ Κύριος τοῦ ἀποκρίθηκε: «Πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ, ἤξερες ὅτι θερίζω ὅπου δὲν ἔσπειρα. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ βάλεις τὰ χρήματα στὴν τράπεζα καὶ ἐγὼ θὰ τὰ ἔπαιρνα μὲ τόκο. Πάρτε του λοιπὸν τὸ τάλαντο καὶ δῶστε το σ’ αὐτὸν ποὺ ἔχει τὰ δέκα. Καὶ τὸν ἄθλιο αὐτὸν δοῦλο πετάξτε τον στὸ σκοτάδι». Ὁ ἄνθρωπος τῆς παραβολῆς, βέβαια, ποὺ θὰ ἀναχωροῦσε εἶναι ὁ δωρεοδότης Θεός, ὁ Ὁποῖος πλουσιοπάροχα μοιράζει στοὺς ἀνθρώπους τὰ χαρίσματά Του. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ ἐξηγήσουμε τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θεός μοιράζει τὰ χαρίσματά Του. Δίνει στὸν καθένα ὅσο θέλει καὶ ὁ ἄνθρωπος παίρνει τὸ χάρισμά του ἀνάλογα μὲ τὴ δεκτικότητά του. Δὲν ὑπάρχει βέβαια ἄνθρωπος χωρὶς ἔστω καὶ ἕνα τάλαντο. Ἀρκεῖ νὰ προσπαθήσει ὁ καθένας νὰ τὸ ἀνιχνεύσει, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ τὸ καλλιεργήσει μὲ σκοπὸ νὰ τὸ πολλαπλασιάσει. Εἶναι ἀρκετὸ νὰ γνωρίζουμε πώς «ἐκάστω δίδοται ἡ φανέρωσις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πρὸς τὸ συμφέρον» καὶ «κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν». Ἡ ποικιλία ἐξάλλου τῶν χαρισμάτων μέσα στὸ θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι γεγονός. Γιὰ νὰ λειτουργεῖ ἁρμονικὰ καὶ ἀποδοτικὰ αὐτὰ τὸ σῶμα ἔχει ἀνάγκη πολλῶν καὶ ποικίλων χαρισμάτων. Γι’ αὐτὸ κάθε μέλος αὐτοῦ τοῦ σώματος θεωρεῖται καὶ εἶναι χαρισματικό. Δέν ἔχει σημασία ἄν ὅλοι δὲν ἔχουν κάποιο ἐντυπωσιακὸ χάρισμα. Γεγονὸς ὅμως εἶναι πὼς ὁ καθένας ἔχει τὴν ἰδιαιτερότητά του, ἀφοῦ εἶναι μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο πρόσωπο. Γι’ αὐτὴ τὴν ποικιλία τῶν χαρισμάτων ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος λέει πώς, ὅπως ἡ κιθάρα μόνο ὅταν ἔχει διαφορετικὲς χορδὲς μπορεῖ νὰ ἀποδίδει ἁρμονικὴ μελωδία, ἔτσι καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία λειτουργεῖ ἁρμονικὰ μὲ τὶς διαφοροποιήσεις τῶν χαρισμάτων. Γιὰ τὰ χαρίσματα, ἀγαπητοὶ χριστιανοί, ποὺ μᾶς δώρισε ὁ Θεὸς θὰ λογοδοτήσουμε κατὰ παρόμοιο τρόπο, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα τῆς κρίσεως. Εἶναι πλάνη νὰ νομίζουμε πὼς τὸ χάρισμα μᾶς ἀνήκει ὡς καρπός προσωπικῆς ἀξίας. Ἄν τὸ βλέπουμε ἔτσι, τότε τὸ χρησιμοποιοῦμε γιὰ προσωπικὴ προβολὴ καὶ ἐπιβολὴ καὶ συχνὰ γιὰ ἐκμετάλλευση τῶν ἄλλων. Ἡ αἴσθηση αὐτὴ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν κατάχρηση τῆς δωρεᾶς, στὸν ἐγωισμό, στὴν ἄρνηση τῆς ἀγάπης ἤ στὴν ἀδράνεια καὶ στὴν ἀπόκρυψη τοῦ ταλάντου καὶ τελικὰ στὴν ἀπώλεια τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὀρθὴ ἀξιοποίηση τῶν ταλάντων ἑστιάζεται στὴν προσφορὰ τῶν χαρισμάτων μας «πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν Ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ». Ἀξιοποίηση τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ στὴν πρακτικὴ τῆς Ἐκκλησίας σημαίνει προσωπικὴ καλλιέργεια καὶ κοινωνικὴ προσφορά. Αὐτὴ ἡ διαχείρησή τους εἶναι ἡ ἔμπρακτη μετοχή μας στὴν προαγωγὴ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔχει ὡς ἀνταπόδωμα τὴν ἐπιβράβευση καὶ τὴν πρόσκληση τοῦ Κυρίου: «Εὖ δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ• εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου». Γένοιτο. imml.gr

28/1 Κυριακή Τελώνη και Φαρισαίου: Λουκ. ιηʹ 10 ‐ 14

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ (Λουκ. ιηʹ 10 ‐ 14)
28 Ἰ­α­νου­α­ρίου 2018

Ἡ πα­ρα­βολὴ τοῦ Τε­λώ­νου καὶ τοῦ Φα­ρι­σαίου, μὲ τὴν ὁ­ποία ἀρ­χί­ζει ἡ πε­ρί­ο­δος τοῦ Τρι­ω­δίου, εἶ­ναι ἕνα μά­θημα περὶ προ­σευ­χῆς. Δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖο ἄλ­λω­στε ὅτι ἡ πα­ρα­βολὴ αὐτὴ το­πο­θε­τεῖ­ται στὴν ἀρχὴ αὐ­τῆς τῆς πε­ρι­ό­δου. Ἀ­κρι­βῶς ἐ­πειδὴ αὐτὸ τὸ δι­ά­στημα ἡ Ἐκ­κλη­σία μας μᾶς κα­λεῖ σὲ πε­ρισ­σό­τερη καὶ ἐν­τα­τι­κό­τερη προ­σευχή, μᾶς δι­δά­σκει ταυ­τό­χρονα καὶ πῶς πρέ­πει νὰ προ­σευ­χό­μα­στε.

Τὸ πρῶτο ποὺ ὑ­πο­γραμ­μί­ζει ὁ Κύ­ριος στὴν πα­ρα­βολὴ εἶ­ναι ἡ σω­στὴ στάση κατὰ τὴν προ­σευχή. Ὁ Φα­ρι­σαῖος «στα­θεὶς πρὸς ἑ­αυ­τὸν ταῦτα προ­σηύ­χετο». Στά­θηκε ὄρ­θιος. Σὲ μέ­ρος κεν­τρικὸ καὶ ἐμ­φα­νὲς γιὰ νὰ τὸν βλέ­πουν ὅ­λοι. Καὶ ἄρ­χισε νὰ προ­σεύ­χε­ται «πρὸς ἑ­αυ­τόν». Δη­λαδὴ ἀ­πηύ­θυνε τὴν προ­σευχὴ στὸν ἑ­αυτό του καὶ ὄχι στὸν Θεό. Σὰν νὰ ἔ­στησε μπρο­στά του ἕνα ἄ­γαλμα ἢ σὰν νὰ βρι­σκό­ταν μπρο­στὰ σ’ ἕνα κα­θρέ­πτη, ἄρ­χισε νὰ προ­σκυνᾶ τὸν ἑαυτό του ἢ μᾶλ­λον τὸ εἴ­δωλο τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του. Ὁ Τε­λώ­νης ἀν­τι­θέ­τως πῆρε ἄλλη στάση. Στά­θηκε μα­κριά, πα­ρά­μερα. Δὲν τολ­μοῦσε οὔτε τὰ μά­τια του νὰ ση­κώ­σει στὸν οὐ­ρανό. Κρυμ­μέ­νος ἀπὸ τὰ μά­τια τῶν ἀν­θρώ­πων κτυ­ποῦσε τὸ στῆ­θος του καί, κα­θὼς προ­σευ­χό­ταν, ἦ­ταν συγ­κεν­τρω­μέ­νος μέσα του.

Αὐτὴ εἶ­ναι ἡ σω­στὴ στάση τὴν ὥρα τῆς προ­σευ­χῆς. Ὁ ἄν­θρω­πος νὰ στέ­κε­ται ἐ­νώ­πιον τοῦ Θεοῦ μὲ βαθύ σε­βα­σμό, μὲ ἅ­γιο φόβο, μὲ συ­ναί­σθηση ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τος. Νὰ μὴν ἀ­φή­νει οὔτε τὰ μά­τια του οὔτε τὰ αὐ­τιά του οὔτε τοὺς λο­γι­σμούς του νὰ σκορ­πί­σουν γύρω του, ἀλλὰ νὰ εἶ­ναι συγ­κεν­τρω­μέ­νος μέσα του.

Ὑ­πάρ­χουν τρία εἴδη προ­σευ­χῆς. Ἡ ἱ­κε­τευ­τική, ἡ εὐ­χα­ρι­στι­ακὴ καὶ ἡ δο­ξο­λο­γική. Ὁ Τε­λώ­νης αἰ­σθα­νό­με­νος ἀ­νά­ξιος προ­σευ­χή­θηκε ἱ­κε­τευ­τικά. Ὁ Φα­ρι­σαῖος συ­ναι­σθα­νό­με­νος πὼς δὲν ἔ­χει ἀ­νάγκη ἀπὸ τί­ποτε, ἐ­πειδὴ τὰ εἶχε ὅλα, προ­σευ­χή­θηκε δο­ξο­λο­γικά. Μόνο ποὺ δὲν ἦ­ταν εὐ­χα­ρι­στία πρὸς τὸν Θεὸ ἡ προ­σευχή του. Οὐ­σι­α­στικὰ ἦ­ταν ἕ­νας αὐ­το­έ­παι­νος. Μία ὑ­πο­κρι­σία καὶ μία εὐ­χα­ρι­στία στὸν ἑ­αυτό του. «Σὲ εὐ­χα­ρι­στῶ, Θεέ μου, ποὺ μὲ ἔ­κα­νες τόσο καλὸ καὶ ξε­χω­ρι­στὸ ἀπὸ τοὺς ἄλ­λους». Αὐτὸ ἔ­λεγε. Ἀν­τί­θετα ἡ προ­σευχὴ τοῦ Τε­λώνη ἦ­ταν ἁ­πλῆ καὶ σύν­τομη. «Ὁ Θεός, ἱ­λά­σθητὶ μοι τῷ ἁ­μαρ­τωλῷ». Θεέ μου, λυ­πή­σου με τὸν ἁ­μαρ­τωλό, ἔ­λεγε.

Ἡ εὐ­πρόσ­δε­κτη στὸν Θεὸ προ­σευχή, εἴτε ἱ­κε­σία εἶ­ναι εἴτε εὐ­χα­ρι­στία εἴτε δο­ξο­λο­γία, ἔ­χει ὡς βα­σικὸ χα­ρα­κτη­ρι­στικό της τὴ συν­τριβή, τὴν τα­πεί­νωση, τὴ συ­ναί­σθηση τῆς ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τος, καὶ τὴ συγ­κέν­τρωση τῆς προ­σο­χῆς μέσα στὴν καρ­διά. Ἀλ­λιῶς κα­ταντᾶ μία συ­νή­θεια, ἕ­νας τύ­πος ἢ ἀ­κόμη χει­ρό­τερα γί­νε­ται ἐ­πί­δειξη.

Ἀ­θω­ω­μέ­νος καὶ δί­καιος ἐ­νώ­πιον τοῦ Θεοῦ ἐ­πέ­στρεψε ἀπὸ τὸν Ναὸ στὸ σπίτι του ὁ Τε­λώ­νης καὶ ὄχι ὁ Φα­ρι­σαῖος. Τὸ ἔ­λεος, τὴν εἰ­ρήνη, τὴν ἀ­γαλ­λί­αση τῆς συμ­φι­λι­ώ­σεως μὲ τὸν Θεὸ πῆρε ὁ Τε­λώ­νης καὶ ὄχι ὁ Φα­ρι­σαῖος, ἐ­πειδὴ ἡ προ­σευχὴ τοῦ Φα­ρι­σαίου ἦ­ταν μία αὐ­το­δι­καί­ωση, ἐνῷ ἡ προ­σευχὴ τοῦ Τε­λώνη ἦ­ταν μία αὐ­το­κα­τα­δίκη.

«Φα­ρι­σαίου φύ­γω­μεν ὑ­ψη­γο­ρίαν καὶ Τε­λώ­νου μά­θω­μεν τὸ τα­πει­νὸν ἐν στε­να­γμοῖς».

Αὐτὴ εἶ­ναι ἡ ἀ­λη­θινὴ προ­σευχή. Ἡ μόνη ποὺ μπο­ρεῖ νὰ μᾶς δι­και­ώ­σει, νὰ μᾶς ἑ­νώ­σει λυ­τρω­τικὰ μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ μᾶς δώ­σει τὴν ἰ­σορ­ρο­πία στὴ ζωὴ καὶ τὴ σω­τη­ρία τῆς ψυ­χῆς μας, Ἀ­μήν.

www.imml.gr

 

4/2 Kυριακή ΙΖ΄ Λουκά [Ι.Μητρόπολη Μεσογαίας]

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ IΖ΄ ΛΟΥΚΑ (ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ). (Λουκ. ιε΄ 11 ‐ 32)
4 Φε­βρου­α­ρίου

Ἡ πα­ρα­βολὴ τοῦ Ἀ­σώ­του, ποὺ ἀ­να­γι­νώ­σκε­ται σή­μερα, χα­ρα­κτη­ρί­στηκε ὡς τὸ «εὐ­αγ­γέ­λιο τῶν εὐ­αγ­γε­λίων». Δι­ότι, ἂν ὑ­πο­θέ­σουμε ὅτι χα­νό­ταν ὅλη ἡ ὑ­πό­λοιπη δι­δα­σκα­λία τοῦ Χρι­στοῦ, θὰ ἦ­ταν ἀρ­κετὴ καὶ μόνο αὐτὴ ἡ πα­ρα­βολή, γιὰ νὰ μᾶς βε­βαι­ώ­σει ὅτι ὁ Κύ­ριος εἶ­ναι Θεὸς τῆς ἄ­πει­ρης ἀ­γά­πης καὶ φι­λαν­θρω­πίας. Θὰ ἦ­ταν ἀρ­κετή, γιὰ νὰ πε­ρι­γρά­ψει τὴν ἱ­στο­ρία τῆς ἀ­πο­στα­σίας τοῦ κό­σμου.

Ἡ ἱ­στο­ρία τοῦ νε­ό­τε­ρου υἱοῦ ποὺ ζή­τησε ἀπὸ τὸν πα­τέρα τὸ με­ρί­διό του καὶ ἔ­φυγε μα­κριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι σπα­τα­λῶν­τας τὴν πε­ρι­ου­σία του καὶ «ζῶν ἀ­σώ­τως», ἀ­πο­τυ­πώ­νει μὲ τὸν πλεὸν πα­ρα­στα­τικὸ τρόπο τὴν τρα­γω­δία τοῦ κάθε ἀν­θρώ­που ποὺ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ πα­ρα­δί­δε­ται στὰ ἁ­μαρ­τωλὰ πάθη καὶ τὶς ἐ­πι­θυ­μίες του. Ἡ ἴ­δια ἱ­στο­ρία ὅ­μως φα­νε­ρώ­νει καὶ τὴν ἄ­πειρη ἀ­γάπη τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁ­ποῖος πε­ρι­μέ­νει τή με­τά­νοια καὶ τὴν ἐ­πι­στροφὴ κάθε ἁ­μαρ­τω­λοῦ. Πε­ρι­μέ­νει καὶ τὴ δική μας με­τά­νοια...

Κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νά μεί­νει ἀ­συγ­κί­νη­τος, ὅ­ταν ἀ­να­λο­γί­ζε­ται τὴν πολὺ χα­ρα­κτη­ρι­στικὴ εἰ­κόνα τῆς ὑ­πο­δο­χῆς τοῦ Ἀ­σώ­του. Τότε ποὺ ὁ σπλαγ­χνι­κὸς πα­τέ­ρας εἶδε ἀπὸ μα­κριὰ τὸν ἄ­σωτο γιό του νὰ ἐ­πι­στρέ­φει σὲ ἄ­θλια κα­τά­σταση κι ἔ­τρεξε, τὸν ἕ­σφιξε στὴν ἀγ­κα­λιά του καὶ τὸν κα­τα­φι­λοῦσε μὲ στοργή. «Καὶ δρα­μῶν ἐ­πέ­πε­σεν ἐπὶ τὸν τρά­χη­λον αὐ­τοῦ καὶ κα­τε­φί­λη­σεν αὐ­τόν».

Πόσο μᾶς συγ­κι­νεῖ αὐτὴ ἡ ἀ­νοιχτὴ ἀγ­κα­λιὰ τοῦ πα­τέρα!
Τέ­τοια εἶ­ναι ἡ ἀ­γάπη τοῦ Θεοῦ. Μα­κρο­θυ­μεῖ γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τίες μας καὶ πε­ρι­μέ­νει τήν με­τά­νοιά μας. Μᾶς πα­ρέ­χει πολ­λὲς καὶ ποι­κί­λες εὐ­και­ρίες, γιὰ νὰ δι­ορ­θω­θοῦμε. Κι ὅ­ταν δεῖ τὴν δι­ά­θεση καὶ μό­νον ἐ­πι­στρο­φῆς, ἀ­φή­νει νὰ συ­ναν­τή­σουμε τὸ ξε­χεί­λι­σμα τῆς ἀ­γά­πης Του. Μο­λο­νότι φέ­ρουμε ἔν­τονα τοὺς ρύ­πους καὶ τὴν δυ­σω­δία τῆς ἁ­μαρ­τίας, ὁ σπλαγ­χνι­κὸς Πα­τέ­ρας μᾶς ἀγ­κα­λι­ά­ζει καὶ μᾶς κα­τα­φι­λεῖ. Δέ­χε­ται τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γηση καὶ τὴ με­τά­νοιά μας καὶ θυ­σι­ά­ζει τὸ «μό­σχο τὸν σι­τευτό», γιὰ νὰ μᾶς τὸν προ­σφέ­ρει στὴν ἱ­ερὴ τρά­πεζα τῆς Θείας Κοι­νω­νίας. Ὁ Πα­νά­γα­θος Θεὸς μᾶς ἀ­να­γνω­ρί­ζει ὡς ἀ­γα­πη­μένα παι­διά Του καὶ κλη­ρο­νό­μους τῆς Βα­σι­λείας Του. Ἀ­λή­θεια τί ἄλλο ὑ­πάρ­χει στὸν κό­σμο, ποὺ θὰ μπο­ροῦσε νὰ συγ­κρι­θεῖ μὲ τὸ ἀ­ξε­πέ­ρα­στο με­γα­λεῖο αὐ­τῶν τῶν δω­ρεῶν τῆς θε­ϊ­κῆς ἀ­γά­πης;

Καὶ μόνο τὸ ὄ­νομα τῆς πα­ρα­βο­λῆς τοῦ Ἀ­σώ­του ἑ­στι­ά­ζει τὴν προ­σοχή μας στὸ πρό­σωπο τοῦ νε­ό­τε­ρου γιοῦ, ποὺ ἔ­γινε ἄ­σω­τος κα­θὼς ἔ­φυγε μα­κριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ πα­τέρα.

Ὡ­στόσο ἀ­ξί­ζει νὰ προ­σέ­ξουμε καὶ τὸν ἄλλο γιό. Τὸν πρε­σβύ­τερο τῆς πα­ρα­βο­λῆς, ὁ ὁ­ποῖος ἂν καὶ ζοῦσε μέσα στὸ σπίτι, οὐ­σι­α­στικὰ ἦ­ταν μα­κριά.

Ὁ πρε­σβύ­τε­ρος υἱὸς ἐ­ξω­τε­ρικὰ φαι­νό­ταν πι­στὸς γιὸς τοῦ πα­τέρα καὶ ἀ­κρι­βὴς τη­ρη­τὴς τῶν ἐν­το­λῶν του. Ὡ­στόσο τὸ γε­γο­νὸς τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς τοῦ μι­κρό­τε­ρου ἀ­δελ­φοῦ του ἀ­νέ­τρεψε τὴν ἐ­πι­φα­νει­ακὰ καλή του εἰ­κόνα. Ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θηκε ὅτι ἐ­πέ­στρεψε ὁ ἄ­σω­τος ἀ­δελ­φός του, ἀντὶ νὰ χα­ρεῖ, ὀρ­γί­στηκε καὶ ἀρ­νή­θηκε νὰ λά­βει μέ­ρος στὸ πα­νη­γύρι. Μά­λι­στα μὲ ἐ­πι­θε­τικὸ τρόπο ξέ­σπασε ἐ­ναν­τίον τοῦ πα­τέρα. Καὶ ἐνῷ καυ­χό­ταν γιὰ τὴν τυ­φλὴ ὑ­πα­κοὴ στὸν πα­τέρα «οὐ­δέ­ποτε ἐν­το­λὴν σου πα­ρῆλ­θον», τὴν ἴ­δια στι­γμὴ ἀν­τι­στε­κό­ταν μὲ πεῖ­σμα ὄχι σὲ ἐν­τολὴ ἀλλὰ στὴν πα­τρικὴ πα­ρά­κληση καὶ προ­τροπὴ νὰ μοι­ρα­στεῖ τὴ κοινὴ χαρὰ στὸ σπίτι.

Ἴ­σως μᾶς ξα­φνι­ά­ζει τὸ πρω­το­φα­νὲς ξέ­σπα­σμα ἐ­γω­ϊ­σμοῦ, ζη­λο­τυ­πίας καὶ φθό­νου τοῦ με­γα­λύ­τε­ρου υἱοῦ. Τὸ πι­θα­νό­τερο ὅ­μως εἶ­ναι νὰ ζοῦμε κι ἐ­μεῖς συ­νει­δητὰ ἢ ἀ­συ­νεί­δητα σὰν αὐ­τόν. Ἀπὸ μι­κρὰ παι­διά με­γα­λώ­νουμε μέσα στὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ Πα­τέρα, τὴν Ἐκ­κλη­σία. Καὶ ἐ­πειδή, ἐν­δε­χο­μέ­νως, ἀ­πο­φεύ­γουμε σο­βα­ρὲς πα­ρε­κτρο­πὲς καὶ πι­στεύ­ουμε ὅτι ἐ­φαρ­μό­ζουμε μὲ ἀ­κρί­βεια τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θεοῦ, εὔ­κολα δι­α­χω­ρί­ζουμε τὴ θέση μας ἀπὸ κάθε ἄ­σωτο, νο­μί­ζον­τας ὅτι εἶ­ναι αὐ­το­νό­ητη ἡ θέση μας στὸν Πα­ρά­δεισο. Ἔτσι ἐ­πα­να­παυ­ό­μα­στε καὶ θε­ω­ροῦμε πε­ριττὴ τήν με­τά­νοια, τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γηση, τὴν προ­σευχή, τή με­λέτη τοῦ λό­γου τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἔμ­πρα­κτη ἐκ­δή­λωση τῆς ἀ­γά­πης μας στοὺς ἀ­δελ­φούς.

Ἀ­δελ­φοί, ἂς πα­ρα­δε­χθοῦμε τα­πεινὰ τὴν ἁ­μαρ­τω­λό­τητά μας κι ἂς ἀκολου­θή­σουμε τὴν ὁδὸ τῆς με­τα­νοίας. Εἴτε μοι­ά­ζουμε μὲ τὸ νε­ό­τερο εἴτε μὲ τὸν πρε­σβύ­τερο υἱό, ἂς γνω­ρί­ζουμε ὅτι ἡ ἀγ­κα­λιὰ τοῦ Θεοῦ εἶ­ναι πάντα ἀ­νοιχτὴ καὶ ἕ­τοιμη νὰ μᾶς ὑ­πο­δε­χθεῖ, ἀρ­κεῖ νὰ εἴ­μα­στε πρό­θυ­μοι γιὰ ἐπιστροφὴ ἀ­κόμη καὶ χω­ρὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις.

Ἀ­μήν.

www.imml.gr

Σελίδα 3 από 3